Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Ένας αναγνώστης


Άλλοι, ας καυχηθούν για τις σελίδες που έχουν γράψει’
εγώ, είμαι περήφανος για κείνες που έχω διαβάσει.
Μπορεί να μην υπήρξα φιλόλογος,
ή να μην έχω ερευνήσει τις πτώσεις, τις εγκλίσεις τις δύσκολες
                   μεταφωνίες των γραμμάτων,
το δέλτα που μετατρέπεται σε ταυ
την ισοδυναμία του χι με το κάπα,
αλλά, χρόνο με το χρόνο,  μ’ έχει κυριέψει
ένα πάθος για τη γλώσσα.
Τις νύχτες μου γεμίζει ο Βιργίλιος¨
έχοντας μάθει κάποτε και έχοντας ξεχάσει τα λατινικά
μένει κάποιο όφελος, γιατί η λησμονιά
είναι μία από τις πλευρές της μνήμης, το αχανές κελάρι της,
η άλλη όψη, η μυστική, του νομίσματος.
Και καθώς έσβηναν από τα μάτια μου
οι πρόσκαιρες αγαπημένες μορφές,
τα πρόσωπα, οι σελίδες,
αφοσιώθηκα στη μελέτη της δύσκαμπτης γλώσσας
που χρησιμοποιούσαν οι προγονοί μου τραγουδώντας
για σπαθιά και μοναξιές,
και τώρα, ύστερα από εφτά αιώνες,
από την Έσχατη Θούλη,
φτάνει ως εμένα η φωνή σου, Σνόρι Στούρλουσον.
Ο νέος, ανοίγοντας το βιβλίο, σπουδάζει έναν συγκεκριμένο κλάδο
ζητώντας να αποκομίσει μια επακριβή γνώση'
στην ηλικία την δική μου, κάθε τέτοιο τόλμημα είναι μια περιπέτεια
που αγγίζει τα όρια της απόγνωσης.
Δεν θα μπορέσω ποτέ ν΄αποκρυπτογραφήσω τις πανάρχαιες γλώσσες του Βορρά,
κι ούτε να βυθίσω τα άπληστα χέρια μου στο χρυσάφι του Σίγκουρντ'
το έργο που αναλαμβάνω είναι ανεξάντλητο
και θα με συντροφέψει μέχρι τέλους,
πάντα εξίσου αινιγματικό καθώς το σύμπαν
ή και καθώς εγώ, ο αρχάριος.

* Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα
Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2006



Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Η θάλασσα των πολιτικών, η ασχήμια


Η ιστορία της ασχήμιας
Ουμπέρτο Έκο
Εκδόσεις Καστανιώτη
 Είναι αφέλεια να πιστέψει κανείς ότι ο πρόεδρος της Αμερικής, δεν εκλέγεται με το πιστόλι στον κρόταφο να υπηρετήσει τα συμφέροντα των παντoκρατόρων της γης. Στην καρδιά του άγριου καπιταλισμού δεν υπάρχουν ιδεολογίες, μόνο το χρώμα του χρήματος.
Μια νεόδμητη, χωρίς παράδοση χώρα, μόλις το 1976 έγινε ανεξάρτητο κράτος, έπρεπε να εφεύρει το Αμερικάνικο όνειρο να σταθεί. Ο μέγας ανατολικός ταξίδεψε απ’ τον παλιό κόσμο στον καινούριο, μέσα από τα πιο προφητικά μηνύματα. Το χρήμα άρχισε να ρέει άφθονο, άνθρωποι απ’όλο τον κόσμο έφθαναν να καταπολεμήσουν τη φτώχεια και την ανημπόρια της χώρας τους. Η Αμερική μεγαλώνει και μαζί της όλο το κακό συναπάντημα της ανθρωπότητας. Τα πιο κερδοφόρα εργοστάσια είναι αυτά των όπλων, σπέρνονται δικτατορίες παντού, απλώνονται σαν δηλητηριώδη μανιτάρια στο σώμα της ανθρωπότητας. Ανάβουν οι φωτιές του πολέμου, τα όπλα πρέπει να καταναλώνονται, η Αμερική τα κατάφερε.
Χιλή, Παναμάς, Βιετνάμ, Κορέα, Σουδάν , Παλαιστίνη, Αφγανιστάν, Γιουγκοσλαβία, Ιράκ…Στο όνομα  της ειρήνης και της ελευθερίας!
Το αντίπαλο δέος, η Ρωσία, εγκλωβισμένη στα Γκουλάγκ της δικιάς της σταλινικής νομενκλατούρας, στήνει τον Άνθρωπο στον τοίχο και τον πυροβολεί.
Η Ευρώπη, η γηραιά ήπειρος, διαμελίζεται και διεκδικείται, ο ναζισμός του Εθνικοσοσιαλιστή Χίτλερ την πάει στους πέντε ανέμους της φωτιάς και του πολέμου και των στρατοπέδων συγκέντρωσης .
Η Αφρική αδύναμη υπομένει ακόμα τους ζυγούς της και η Ασία τις μεσαιωνικές θρησκευτικές της αγκυλώσεις και τα πετρέλαια των Εμίρηδων.
Ο κόσμος της γης, η Ανατολή και η Δύση. Ο καλός καπιταλισμός και ο κακός κουμμουνισμός και τανάπαλιν. Άσπρο και μαύρο. Άλλα χρώματα δεν υπάρχουν .
Και μέσα σ’ όλα αυτά ο φόβος του θανάτου γεννάει την έξαρση των θρησκειών, άλλο όπλο επιβολής  και ελέγχου της Ανθρώπινης Ελευθερίας. Οι λαοί δεν υπάρχουν πουθενά ελεύθερα σκεπτόμενοι, πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα στα κακά  του κόσμου.
Η κοινή λογική, η αυτόνομη σκέψη που καθορίζει τον Άνθρωπο, η Δικαιοσύνη, η Αξιοκρατία, ο πλούτος της ζωής και της γης, υπερ-αρκετός να ευτυχήσει όλη η ανθρωπότητα γίνονται όπλα, γίνονται ο θάνατός σου η  ζωή μου.
Αν ακούγαμε πριν από πέντε χρόνια ότι η Αμερική χρωστάει θα μας έμοιαζε σαν ανέκδοτο με Αλβανό τουρίστα .
Ποιά χώρα τελικά δεν χρωστάει ;
Και σε ποιόν χρωστάει ποιος;
Είμαι ενάντια στην θανατική καταδίκη αλλά πρέπει να γίνει μια εξαίρεση  με αυτούς τους ελάχιστους κρεατάνθρωπους που έχουν μαζέψει πάνω απ’ το μισό πλούτο της γης στα χέρια τους, αυτούς που καθημερινά σκοτώνουν χιλιάδες παιδιά,  μέσα απ’ τα ατσαλοφτιαγμένα κελιά του οπλοστασίου τους. Αυτούς που λήστεψαν και ληστεύουν τις ζωές των λαών και των ανθρώπων. Κι από πάνω προβάλλονται σαν έξυπνοι από τo γλοιώδες life system που ξεπουπουλιάζει τα φτερά της ανθρωπότητας χρόνια τώρα. Η μόνη έντιμη ζωή είναι η παραγωγή. Δεν υπάρχει πάμπλουτος που δεν έχει πατήσει επί πτωμάτων, νομοτελειακό!
Αυτοί είναι το πρόβλημα της γης, οι στειρωμένοι συναισθηματικά ,οι ανίκανοι σεξουαλικά που πιπιλίζουν τις κάνες των όπλων τους καθημερινά .
Τι να καταλάβουν αυτοί από έρωτα, στο αρρωστημένο μυαλό τους υπάρχει ο πόλεμος.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου είναι η ελευθερία, δύσκολο να την κατακτήσεις. Μπορείς όμως να την κάνεις χειρολαβή ουτοπίας, από κάπου πρέπει να πιαστείς.
Η πιο μεγάλη Α-ζωή όμως είναι να δέχεσαι την μοίρα της φυλακής σου, σαν να μην υπήρξες ποτέ.
Η Ευρώπη, και εννοώ οι λαοί της μένουν θεατές των εξελίξεων ακόμα, έχουν την δύναμη όμως.
Η χώρα μας εδώ και χρόνια ζήλεψε τον αμερικάνικο τρόπο ζωής, δεν της αξίζει. Είναι δυνατόν να ανεχόμαστε ένα αμερικανοαναθρεμένο  ανθρωπάκι για πρωθυπουργό;
Είναι δυνατόν να ανεχόμαστε το ένα ψέμα μετά το άλλο, αν γυρίσουμε πίσω δεν έχουμε να θυμηθούμε έστω κάτι συμβατό μ’αυτά που έλεγαν στις 3 του Σεπτέμβρη .
Γιαυτό σε λίγο ο λαός, στις 3 του Σεπτέμβρη θα ξαναβγεί στους δρόμους της απελευθέρωσης ...Είναι δύσκολο να ηττηθεί το σύστημα που έφτιαξαν τόσα χρόνια ,συμπαρασύροντας ένα λαό ολόκληρο στην καταστροφή, για ίδιον όφελος, αλλά όχι ακατόρθωτο.
Με αυτονόητα συνθήματα πάλι απ’την αρχή: Παιδεία (θα καταργούσε την παραπαιδεία το πασοκ ),δουλειά παραγωγική (κι όχι πράσινα άλογα ) και η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες (τ’ακούς Γιωργάκη ,ρώτα τη μαμά, το’ λεγε κι ο μπαμπάς).
Μπορεί ο κοινός σας Ανδιανοπούλειος σύμβουλος, με το αραχνιασμένο παλιοτζάκι του Σαμαρά, να σας μιλάει για τη ζούγκλα που επιβιώνει ο οικονομικά ισχυρός, αλλά εδώ δεν είναι ζούγκλα, είναι κοινωνία ανθρώπων, εδώ δεν κάνουμε ποδήλατο και τσακιζόμαστε ,τσακίσου μόνος σου ..
Δεν χρωστάμε σε κανένα, απλά βιώνουμε την ατυχία της απαξίωσης της πολιτικής από σας και να κανονίζουν οι χειρότεροι πλέον για μας, ε δεν πάει άλλο…
Η χώρα μας  είναι όμορφη, εσείς είστε η ασχήμια της.
Ευτυχώς που όλο λιγοστεύετε, θα σας νικήσουμε, αν δεν πέσετε σαν σάπιο φρούτο.
Ποιοι;
 Όλοι εμείς που δουλεύουμε, οι παραγωγικές δυνάμεις του λαού, οι νέοι που θέλουν το μέλλον που τους κλέψατε πίσω, οι έλληνες που πιστεύουν ακόμα στην αλήθεια και στα ιδανικά, στη δικαιοσύνη, την ισονομία, την αρετή να ζεις σαν Άνθρωπος και όχι σαν υπήκοος των παπατζήδων.
Εξ άλλου είναι το μεγαλύτερο χρέος του ανθρώπου, να σταθεί σαν Άνθρωπος στη ζωή και όχι σαν αριθμομηχανή, της ελληνικής και παγκόσμιας φούσκας, που υπηρετείτε σαν χαμαιλέοντες, όλοι οι βολεμένοι της υλικής ευμάρειας.
Θα βρεθούμε ξανά, απέναντι, όπως πάντα.

Ουτοπιστής


 

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2011

Αιγαίο πέλαγος, η ομορφιά






Ψηλά στη Δίρφη ,με θεά το Αιγαίο

  Στην Κεφαλονιά, ψηλά στον Αίνο(1628 μ.), σε υψόμετρο πάνω από 1300 μέτρα αγναντεύεις την απεραντοσύνη,  η μυρωδιά της μοναδικής Κεφαλληνιακής ελάτης να σε ταξιδεύει στο πιο αχνισμένο γαλάζιο, εκεί που σμίγει ο ουρανός με τη θάλασσα.
  Στην Εύβοια μετά τη Στενή σκαρφαλώνεις την Δίρφη (1743 μ) και χάνεσαι ανάμεσα σε  πλατάνια, καστανιές, δρύες, πεύκα και άλλα φυλλοβόλα, φτάνεις ψηλά στο ελατόδάσος για να αγναντέψεις  από κει το Αιγαίο, να αγγίξεις τον ουρανό, με μια απλή κίνηση του χεριού. Μυρίζει έλατο και οξυγόνο, είσαι στο ψηλότερο νησιώτικο βουνό -μετά τα βουνά της Κρήτης, είσαι πιο κοντά στον θεό, στον θεό του έρωτα και της φύσης.
Παραλία Χιλιαδούς
  Δεν συνάντησα άλλο νησί να σμίγουν οι μυρωδιές της ρετσίνας και της αλμύρας, το  σκούρο πράσινο και το ανοιχτό γαλάζιο, ο ψηλός ουρανός να κατεβαίνει ως τη θάλασσα. Μετά ο κατηφορικός δρόμος. Στρόπωνες, Λάμαρη, Παραλία Χιλιαδούς και μια ρεματιά γεμάτο σκηνές, ο παράδεισος του ελεύθερου κάμπινγκ, αμέτρητοι κατασκηνωτές κρυμμένοι μες τα πλατάνια, δίπλα στο ποτάμι που κυλάει να  συναντήσει τη θάλασσά του. Σπαρμένοι βράχοι παντού, μέσα κι έξω στη θάλασσα χρωματίζουν με την πέτρα τους τα νερά μιας από τις όμορφες παραλίες  της Εύβοιας.

Παραλία Χιλιαδούς
   Απ’ τη Χιλιαδού δεν θες να φύγεις, σε λίγες  παραλίες νοιώθεις ότι κάτι με κρατάει εδώ. Απ΄ τη μια το πέτρινο βουνό και απ’ την άλλη τα πεύκα, φθάνουν ως τη θάλασσα, το αλμυρό πεντακάθαρο νερό αλλάζει χρώματα, καθρεφτίζει τις πιο μικρές αχτίδες του καλοκαιρινού ήλιου, μαγεμένο ίσως απ΄ την Πανσέληνο της νύχτας, το Αυγουστιάτικο ολόγιομο φεγγάρι.


Αγία Άννα
  Η Εύβοια έχει τόσα πεύκα, όσα η υπόλοιπη Ελλάδα ολόκληρη. Ατέλειωτοι φιδωτοί δρόμοι και γύρω το πεύκο, λες και φύτρωσε χθες και μεγάλωσε αμέσως να ομορφύνει το μάτι σου, να κάνει ξεκούραστη τη διαδρομή, ανοιχτό πράσινο, αραιώνει μόνο να σ’ αφήσει να αγναντέψεις συμφωνική αρμονία της φύσης. Και ελιές, πολλές ελιές. Και όμορφες θάλασσες, πολύ όμορφες .
  Στήσαμε τη σκηνή στο κάμπινγκ Ροβιές, τελευταία  κενή θέση ,παραμονές Δεκαπενταύγουστου, όλη η Ελλάδα στις θάλασσες και στα βουνά. Φύγαμε αμέσως ,παραλία Αγίας Άννας, κάμπινγκ Αγίας Άννας  απ’τα καλύτερα στην Ελλάδα, και μια παραλία γεμάτη βότσαλα  περίμενε να δύσει ο ήλιος, ήθελε το φεγγάρι εκείνο το βράδυ.

Η πανσέληνος του Αυγούστου στην Αγία Άννα
  Η πόλη έμεινε πίσω, πολύ πίσω, γραφική φιγούρα ανίατου κουκλοθέατρου. Η εθνική κατάθλιψη που έσπειραν τη χρονιά που πέρασε ξεπεσμένοι πολιτικάντηδες και αγύρτες δημοσιογράφοι έμοιαζε με μαύρη σακούλα απορριμμάτων. Οι νέοι τους έλεγαν στ’αρχίδια μας.Και το φεγγάρι ούτε που τους έδινε σημασία, βγήκε  σε λίγο και λαμπύριζε τη θάλασσα και τα βότσαλα.Τι να καταλάβει το μεταξωτό βρακάκι του Γιωργάκη και της λυσσασμένης για εξουσία συμμορίας του, από τις αποχρώσεις της ζωής. Μόνο κάποτε που θα κρεμαστούν απ ΄τις γραβάτες τους τις ίδιες, θα τους ξεράσει ακόμα και η θάλασσα .
  Τα τζιτζίκια δοξάζουν την ομορφιά του καλοκαιριού, ένας απορημένος σκύλος φυλάει τη νύχτα τα αστέρια, το αλμυρό αεράκι πλέκει καινούρια όνειρα, ένας κόσμος που απλόχερα να μοιράζει δίκαια την ομορφιά του φεγγαριού, μια φωτιά, μια κιθάρα και οι ακατέργαστες αγνές φωνές μια νεαρής παρέας είναι η Ελπίδα, το κύμα προϊδεάζει μια καινούρια χαραυγή, οι γερασμένες κάλπικες κραυγές των ηλιθίων αργοπεθαίνουν .
  Ποιος έκλεψε τόση ομορφιά, απ’ αυτή τη χώρα; Ποιός έκλεψε τόσο φως; Τόση ιστορία ;
  Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει ,είπε ο ποιητής ,οι διάβολοι όμως δεν ξέρουν από ποίηση. Γίνονται βρικόλακες και μας κλέβουν τα μάτια μας, αρπάζουν  την ακοή μας, μας παίρνουν την αφή μας, λυντσάρουν τη γεύση μας, μας στειρώνουν την όσφρηση.
  Ατέλειωτη, απέραντη η ομορφιά της χώρας μας, απ’τη Κρήτη ως την Αλεξανδρούπολη, απ’το Καστελόριζο ως τις Πρέσπες. Διάσπαρτα νησάκια ακτινοβολούν τις νύχτες σαν αστέρια της γης, λαμπυρίζουν τις μέρες σαν κοχύλια πεταμένα στη θάλασσα.
  Η Εύβοια ανταγωνίζεται την δικιά της ύπαρξη, μοιάζει αυτάρκης απ΄τη Φύση, εγκαταλειμμένη απ’τους ανθρώπους της, όπως όλη η Ελλάδα. Πρωινή βόλτα στην ατέλειωτη παραλία των Ροβιών, σκουπίδια παντού, λες και κανένας δεν νοιάζεται, φτάνεις κοντά στην Αιδηψό και αναπνέεις μπόχα και δυσοσμία υπονόμων.
Κι όταν περάσει το τρίμηνο του καλοκαιριού, τότε;
  Η Ελλάδα το καλοκαίρι είναι ένα ατέλειωτο λούνα πάρκ διασκέδασης, τον χειμώνα μια ανοιχτή πληγή που δεν κλείνει.
  Γυρίσαμε αργά το βράδυ στο κάμπινγκ, βράδυ Δεκαπενταύγουστου, η απόλυτη ερημιά στο διάδρομο που μέναμε, ήμασταν μόνοι, ολομόναχοι. Το προηγούμενο βράδυ οι φωνές ήταν περισσότερες απ΄ τα τζιτζίκια, η ζωγραφιά της μοναξιάς. Το φεγγάρι ήδη άρχισε να μικραίνει. 
Αγιόκαμπος
   Ιαματικά λουτρά Αιδηψού, το Πευκί, η Ιστιαία,η Χαλκίδα, η Κύμη, η Κάρυστος, σκόρπιες λέξεις και ονόματα απ΄τον χάρτη είχα στο μυαλό μου. Η Εύβοια είναι όλα αυτά, αλλά είναι  πολλά ακόμα, είναι τα ζωντανά χωριά της, είναι τα χωριά που κρατάν ζωντανή ακόμα όλη την Ελλάδα, όταν οι πόλεις αργοπεθαίνουν. Ήμουν δίπλα της και δεν πήγα ποτέ, λες και δεν ήθελα να πάω.

Συνομιλία με τους γλάρους
  Απ’τον Αγιόκαμπο το πλοίο ώσπου να πεις δυό κουβέντες με τους γλάρους φτάνει στη Γλύφα, σε λίγο η θάλασσα μένει πίσω,Ο Θεσσαλικός καυτός κάμπος τα καλοκαίρια αγναντεύει τα βουνά του για να δροσιστεί . Η Εύβοια, το Αιγαίο.
Άνθισαν μαζί!
  Στην τσιμεντένια πόλη με περίμεναν δυό ανοιχτά λουλούδια. Ο κάκτος κατά καιρούς κάνει τις δικές του εκπλήξεις. Δεν μύριζαν πεύκο, χαμογελούσαν όμως Ελπίδα.


Ουτοπιστής

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

Ο Άγιος Ηρακλής και ο φόβος του θανάτου


 ''Να είσαι άνθρωπος σημαίνει να είσαι ελεύθερος'' σκέφτηκε.
Το θέμα είναι ότι δεν αρκεί να είσαι ελεύθερος για να είσαι άνθρωπος. Πρέπει να θέσεις και τα όριά σου. Αυτό  θα έκανε. Αυτό ήθελε να κάνει πριν απ’ όλα. Να γίνει άνθρωπος, όχι κατ’ εικόνα κάποιου άλλου, ούτε με κάποιου άλλου τις εντολές. Αφέθηκε να βουλιάξει στο χλιαρό νερό και βαφτίστηκε με αυτά τα λόγια:

Ο Άγιος Ηρακλής
Εκδόσεις Γαβριηλίδη
Είμαι ο γιος του πατέρα και της μάνας μου
ο αδελφός του αδελφού μου
ο πατέρας των παιδιών μου.
Είμαι ένας κρίκος στη μεγάλη αλυσίδα
Δεν είμαι η αλυσίδα
Δεν είμαι μόνος
Δεν είμαι  ήρωας
Έχω κάνει πολύ κακό
Αυτή τη νύχτα συγχωρώ τον εαυτό μου
κι αρχίζω απ’ την αρχή.


Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης και ο Άγιος Ηρακλής του. Aυτή τη φορά σ’ ένα μαγευτικό ταξίδι στην μυθολογία. Μια στη ζωή και μια στα παραμύθια. O αέναος κύκλος της ανθρώπινης ζωής, απ’ τα βάθη των αιώνων ως τα σήμερα, όσο θα υπάρχει ζωή.

Όχι όμως με τη ματιά που ξέραμε, αλλά με τη ματιά του Καλλιφατίδη, αυτό το τελείως προσωπικό του στυλ  στην αφήγηση, αυτό που πλέκει τα καθημερινά με τα αιώνια, την ιστορία με το τώρα  και τα μελλούμενα .''Τα περασμένα, τα τωρινά και τα μέλλοντα έσμιξαν όλα μαζί, όπως οι κόποι του γεωργού σμίγουν στο ίδιο καρβέλι."
Ο Αμφιτρύωνας έλειπε στον πόλεμο, ο Δίας επιθυμούσε την όμορφη Αλκμήνη, πήρε την μορφή του άντρα της, ήρθε στο κρεβάτι της,έτσι γεννήθηκε ο Ηρακλής."Ο έρωτας τους ήταν σκληρός σαν μύγδαλο και γλυκός σαν μέλι". Η Αλκμήνη κατάλαβε, τι σημασία είχε όμως "θα του έδινε ένα γιό που θα έκανε τον κόσμο καλύτερο, δικαιότερο  και πιο ελεύθερο."
''Ο Δίας διέταξε τον ήλιο να μη βγει για τρία μερόνυχτα, κι έτσι έγινε η μεγαλύτερη νύχτα στην ιστορία του έρωτα, Αλλά κι αυτή είχε ένα τέλος.''
Ο Καλλιφατίδης είχε χρόνια στο μυαλό του αυτή την αφήγηση, πέρα απ’ την στείρα αποτύπωση των γνωστών μυθολογιών. Από την πρώτη στιγμή ο μυθικός Ηρακλής παίρνει την μορφή ανθρώπου, το μόνο που τον ξεχωρίζει η υπερφυσική του διάσταση, το έγκλημα  και η τιμωρία  συνεχές γαϊτανάκι, όλα εδώ πληρώνονται, η γεύση που απομένει.
Ο Λίνος, ο δάσκαλος της μουσικής συνήθιζε να χτυπάει τον Ηρακλή στο κεφάλι με την μαγκούρα του, να τον συνεφέρει από την μοναδική φωνή που είχε στο μυαλό του, αυτή της Μεγάρας. Ο Ηρακλής του αρπάζει την μαγκούρα και τη γυρίζει στο κεφάλι του Λίνου, τον σκοτώνει, του κοστίζει έξι χρόνια εξορία στο βουνό  και στον Καλλιφατίδη μια απ’τις ωραιότερες βουκολικές αναφορές, παρέα με τον Βουνίσιο.
Οι περιγραφές της ζωής, η φιλοσοφία  μέσα από την φύση των πραγμάτων, σαν πηγή που αναβλύζει κρυστάλλινο δροσερό νερό στην κάψα του καλοκαιριού.
Ο συγγραφέας κλείνει ακόμα πιο πονηρά το μάτι, φέρνει το χθες στο σήμερα. Όπως κάθε έργο έχει τον πομπό του και τον δέκτη του, έτσι και στην περίπτωση του Καλλιφατίδη, αυτή η συνομιλία απογειώνεται, σε όλο το έργο του μέχρι τώρα. Ζει στη Σουηδία, γράφει σε δυό γλώσσες τα βιβλία του, μεταφράζεται  σε πολλές χώρες, η σημαντικότητα και η απόλαυση της λογοτεχνίας του.


Θοδωρής Καλλιφατίδης

"Η οικονομική και πολιτική διαφθορά δεν έχει συγκεκριμένη πατρίδα. Η τάση της εξουσίας να μικρύνει, να κοντύνει τον πολίτη είναι σαν το κρεβάτι του Προκρούστη: ή του κόβει τα πόδια όταν περισσεύουν ή του τα τραβάει όταν είναι κοντά. Το ίδιο ισχύει για την τρομοκρατία, αλλά και για την έννοια της ελευθερίας, η οποία σήμερα έχει μια τελείως εγωιστική άποψη: δεν είναι πλέον σήμερα η ελευθερία μας, είναι η ελευθερία μου" λέει ο  συγγραφέας και συσχετίζει τα κατορθώματα του ήρωά του με τις προσπάθειες που απαιτούνται για τη διαχείριση των σημερινών προβλημάτων.

Σκοτώνει τα τρία παιδιά του, επειδή υποψιάζεται ότι η Μεγάρα, κόρη του Κρέοντα τον απατούσε, όπως είδε τη μητέρα του στην αγκαλιά άγνωστου άνδρα. Αυτοτιμωρείται, κλείνεται εφτά μερόνυχτα μέσα στον τάφο του πατέρα του και μετά ακολουθεί  την γλώσσα του πεπρωμένου  που του καθόρισε η Πυθία. Ο χρησμός ήταν σαφής, θα έπρεπε να έλθει στις Μυκήνες, πατρίδα των γονιών του, θέτοντας τον εαυτό του  στις προσταγές του βασιλιά Ευρυσθέα. Τον ακολούθησε ο ανιψιός του Ιόλαος. Ο Ευρυσθέας φοβούμενος τη δύναμη του Ηρακλή αποφασίζει να τον εξοντώσει, αναθέτοντας ακατόρθωτες αποστολές. Γυρίζει πάντα νικητής.
Οι Δώδεκα άθλοι του Ηρακλή σημάδεψαν την παιδική μας ηλικία, ούτε ο κάτω κόσμος τον δείλιασε. Η δύναμη του ανθρώπου, η πάλη με το ακατόρθωτο, η αντοχή, η υπομονή και η επιμονή, τα πάντα είναι δυνατά, μέσα από ατέλειωτους συμβολισμούς.
Πόσους στάβλους του Αυγεία έπρεπε να καθαρίσει, πόσα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας θα έπρεπε να κόψει ο σύγχρονος Ηρακλής;
Ο κόσμος πάντα ο ίδιος, απ’τη μια άνθρωποι που κτίζουν και απ’την άλλη ανθρωποειδή που γκρεμίζουν, άνθρωποι που αγιάζουν και  ανθρωπίσκοι που εγκληματούν. Άνθρωποι που υφαίνουν τη ζωή και ανθρωπάρια που πίνουν το αίμα της ανθρωπότητας. Η μοίρα του Ανθρώπου;
Πάντα τα ίδια ερωτήματα: "Τι νόημα έχει η ζωή, αφού τελικά όλα γίνονται σκιές; Τι σημασία έχουν όλες οι νίκες που κερδίζεις, όλες οι γυναίκες που μπήκαν στο κρεβάτι σου, όλοι οι εχθροί που σκότωσες, αφού το τέλος είναι αυτό που είναι. Η ζωή είναι μια πλάνη".

Ο απελπισμένος έρωτας, η ακόρεστη σεξουαλικότητα, η σχέση με τη μάνα, ο πατέρας, η μοίρα και οι Θεοί, βασανίζουν τον Ηρακλή, τον κάθε άνθρωπο. Μήπως όλα αυτά δεν είναι  και η γενεσιουργός δύναμη της ζωής;  
Ζούμε στην μηχανιστική εποχή του φαίνεσθαι, του ισοπεδωμένου ρεαλισμού, της παγκοσμιοπιοιμένης πλάνης, της κενόδοξης ματαιοδοξίας, της λατρείας του χρήματος σαν τον υπέρτατο Θεό, στην εποχή της άγνοιας του είναι.
Ο Θοδωρής  Καλλιφατίδης μας επαναφέρει στη χώρα του ανθρώπινου είναι, όπως έχει χρέος να κάνει κάθε μεγάλος συγγραφέας και όπως μόνο η λογοτεχνία μπορεί να μιλήσει.
''Ονειρευόταν να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Τίποτα δεν έδειχνε να τα  είχε καταφέρει. Αντίθετα, είχε προκαλέσει πολύ κακό. Ούτε εκείνο φαινόταν .
Ο κόσμος ήταν το ίδιο ωραίος, όπως πάντα''


Τυχαίο άνοιγμα του βιβλίου
Με το μαχαίρι του Κάστορα χάραξε κι εκείνος δυό λέξεις:
"Ευριδίκη και Βουνίσιος".
Βοσκοί και άλλοι, που τυχαία θα περνούσαν από κει, θα έβλεπαν τα ονόματα, ορισμένοι θα απορούσαν, ελάχιστοι θα ήξεραν. Ένας μεγάλος έρωτας μπορούσε να αθροιστεί σε δυό ονόματα και μία από τις πιο συνηθισμένες και πιο σύντομες λέξεις της γλώσσας.
Την επόμενη μέρα έφυγε από το βουνό.


Θοδωρής Καλλιφατίδης

Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης γεννήθηκε στους Μολάους Λακωνίας το 1938. Γιος δασκάλου από τον Πόντο, ήρθε στην Αθήνα το 1946 και αποφοίτησε από το πέμπτο γυμνάσιο αρρένων. Σπούδασε στη σχολή του Καρόλου Κουν και μετά τη στρατιωτική του θητεία εγκαταστάθηκε στη Σουηδία. Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης και δίδαξε αργότερα στην ίδια σχολή. Επί τέσσερα χρόνια διηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό "Μπόνιερς Λιττερέρα Μαγκαζίν". Από το 1976 ζει αποκλειστικά από το γράψιμο. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, ταξιδιωτικά δοκίμια, θεατρικά έργα· έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο και έχει σκηνοθετήσει μια ταινία. Έχει τιμηθεί με σημαντικά διεθνή βραβεία για το έργο του και σχεδόν όλα τα βιβλία του κυκλοφορούν σε είκοσι γλώσσες.

Δείτε τα βιβλία του Θοδωρή Καλλιφατίδη:

http://www.kirithres.gr/Authors.asp?srchauthor=Καλλιφατίδης,


Ουτοπιστής






Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Μεταξύ σοβαρού και αστείου

Αρχετυπικές φιγούρες, οι αρχαιολόγοι του Τζόρτζιο ντε Κίρικο
και οι σύντροφοι, σύζυγοι,
το αιώνιο ζευγάρι από γεννήσεως κόσμου,
στην ιστορία του Δημήτρη Στεφανάκη.
Σήμερα κλείνει ένας χρόνος από την ημέρα που η Μάρθα μού τηλεφώνησε για να μου ανακοινώσει ότι χωρίζουμε. Στην αρχή δεν την πίστεψα. Της άρεσε πάντα να με τρομάζει, λέγοντάς μου τα πιο απίθανα ψέματα. "Πρέπει να ξέρεις πως κάποια πράγματα δεν τα ανέχομαι ούτε γι' αστείο", της τόνισα. Ηξερα πως θα της άρεσε αυτό και το είπα όσο πιο αυστηρά μπορούσα.
"Ποιος σου είπε ότι αστειεύομαι;", μου απάντησε. Επί μισή ώρα εγώ της εξηγούσα πως κάποια πράγματα δεν τα ανέχομαι ούτε γι' αστείο κι εκείνη έλεγε πως δεν χωρατεύει. Ετσι πέρασε το διάλειμμά μου.
"Πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά. Νομίζεις πως μου κάνει καλό να με παιδεύεις με τα αστεία σου;".
"Σου είπα ότι μιλώ σοβαρά. Για τον λόγο αυτό σε πήρα στο διάλειμμα. Δεν ήθελα ωστόσο να σε φέρω σε δύσκολη θέση εν ώρα εργασίας".
"Σε ευχαριστώ που με σκέφτηκες. Θα μπορούσες όμως να μου το πεις το βράδυ στο σπίτι".
"Μα δεν καταλαβαίνεις; Μου είναι πιο εύκολο να σου το πω από το τηλέφωνο".
"Καλά, καλά, κλείσε και θα τα πούμε το βράδυ".
"Ακούγεσαι απειλητικός ωστόσο. Ελπιζα πως θα το έπαιρνες πιο ήρεμα".
"Μάρθα, σε παρακαλώ. Ακόμα και αν είναι αστείο αυτό, έχει ήδη παρατραβήξει".
Της έκλεισα το τηλέφωνο και γύρισα στο γραφείο.
Χρειάστηκαν δύο ολόκληρες μέρες για να με πείσει. Δυσκολευόμουν περισσότερο να αποδεχτώ το γεγονός ότι η γυναίκα μου μιλούσε σοβαρά, από το ίδιο το διαζύγιο. Οταν με τα πολλά αντιλήφθηκα τη σοβαρότητα της κατάστασης, σωριάστηκα σε μια πολυθρόνα και της είπα:
"Δηλαδή μιλάς σοβαρά; Μου ζητάς διαζύγιο;".
Μόρφασε ανακουφισμένη και ξεφύσησε.
"Και το σκέφτηκες καλά;"...
"Ετσι νομίζω", απάντησε και έσκυψε το κεφάλι.
"Μα, γιατί, γιατί πρέπει να τελειώσουμε; Δεν περάσαμε όμορφα τόσα χρόνια;".
"Πολύ όμορφα, δεν έχω κανένα απολύτως παράπονο από σένα, ωστόσο...".
"Ωστόσο;".
"Είναι απλό, γλυκέ μου. Δεν έχεις ακούσει ότι τίποτε δεν κρατά για πάντα;".
"Δεν πίστευα πως κάτι τέτοιο θα ίσχυε στην περίπτωσή μας. Θυμάσαι κάποτε που μου διάβαζες έναν στίχο από κινέζικο ποίημα; Τηγανίζω ένα αβγό και σου φυλάω τον κρόκο. Θα γεράσουμε μαζί. Το θυμάσαι;".
"Τα ποιήματα δεν λένε πάντα την αλήθεια".
"Μα γιατί, γιατί θέλεις να φύγεις;", επέμεινα.
"Ας πούμε γιατί δεν κάνουμε παιδιά".
"Νόμιζα πως δεν σε πείραζε αυτό".
"Ωστόσο, τώρα με πειράζει".
"Αφού είναι έτσι λοιπόν, ας χωρίσουμε".
"Ετσι απλά το λες;".
"Τι θες να κάνω; Υπάρχει άλλος δρόμος;".
"Φοβάμαι πως όχι".
"Τότε λοιπόν ας χωρίσουμε".
Τις επόμενες δύο μέρες γινόταν ακριβώς το αντίθετο. Η Μάρθα μού τηλεφωνούσε κάθε λίγο για να με ρωτήσει αν είχα πράγματι αποδεχθεί την προοπτική διαζυγίου.
"Και βέβαια. Τι είναι αυτό που σε παραξενεύει;".
"Σαν πολύ εύκολα δεν το πήρες απόφαση;", μου είπε στο τέλος. Κατάλαβα πως την ενοχλούσε. Αυτό ήταν μια μικρή νίκη για τον εγωισμό μου. Στο μεταξύ σκεφτόμουν πως είχε δίκιο όταν έλεγε ότι τίποτε δεν κρατά αιώνια. Εν τέλει νόμιζα πως θα τα κατάφερνα αργά ή γρήγορα να την ξεπεράσω. Η Μάρθα ήταν αξιολάτρευτη. Το γεγονός όμως ότι δεν αποκτήσαμε παιδιά έκανε τον γάμο μας να φαντάζει σαν ελεύθερη σχέση που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να λήξει χωρίς να αφήσει πίσω του απόνερα.
Η αρχική συντριβή μου μεταβλήθηκε γρήγορα σε αίσθημα θριάμβου. Γιατί όχι δηλαδή; Ο τρόπος που αντιμετώπισα το γεγονός απεδείκνυε τον δυνατό και πολιτισμένο χαρακτήρα μου. Μπορούσα τουλάχιστον να υπερηφανεύομαι για τη στάση μου. Κι όσο διατηρούσα την ψυχραιμία μου τόσο η Μάρθα έχανε τη δική της.
Στο τέλος πίστεψα πως μπορεί να γύριζε σε μένα. Αλλά κι αυτό ακόμα μου ήταν αδιάφορο πια. Αρκούσε όμως μια στιγμή για να ανατραπούν όλα.
Τον διευθυντή μου, έναν σχετικά νέο και καλοβαλμένο άντρα, τον συναντούσα κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές την ημέρα στη δουλειά. Μου έκανε εντύπωση, λοιπόν, που δεν είχα προσέξει ποτέ αυτό το περίεργο τικ που είχε. Ανοιγε ανεπαίσθητα το στόμα του κι ύστερα, κουνώντας πέρα-δώθε το σαγόνι, έκανε το κάτω χείλος του να εξέχει. Ισως όμως δεν είχα δώσει προσοχή, γιατί ήταν μια κίνηση οικεία που την έβλεπα επί χρόνια στο πρόσωπο της γυναίκας μου.
Λένε πως κλέβουμε μορφασμούς από τους ανθρώπους με τους οποίους έχουμε ιδιαίτερη συναισθηματική σχέση. Αλλά τι σχέση μπορούσε να έχει ο διευθυντής μου με μια γυναίκα που δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του;
Στην αρχή προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου πως δεν ήταν παρά μια νοσηρή ιδέα. Ενας μορφασμός, όσο ιδιαίτερος κι αν είναι, σίγουρα μεταφέρεται ελεύθερα από άνθρωπο σε άνθρωπο. Συχνά υιοθετούμε ένα τικ από κάποιον, χωρίς καν να γνωρίσουμε ποτέ τον αρχικό φορέα του.
Νόμιζα πως γιατρεύτηκα από την εμμονή μου αυτή. Τη μέρα που η Μάρθα έφυγε παίρνοντας ό,τι της ανήκε, της κούνησα μαντίλι κι ύστερα κάθισα απερίσπαστος να φάω το βραδινό μου, ευθυμώντας απίστευτα μέσα στη νέα κατάσταση πραγμάτων.
Δύο μέρες αργότερα ένα καινούργιο στοιχείο ήρθε ξανά να ταράξει τη μακαριότητά μου. Ακούγοντας τον διευθυντή να επαναλαμβάνει σε λιγοστές προτάσεις τουλάχιστον τρεις φορές τη λέξη "ωστόσο", ανακάλυψα αίφνης ένα ακόμα κοινό σημείο ανάμεσα σε εκείνον και στη Μάρθα.
Μπορούσα να ανεχθώ τα πάντα, όχι όμως και το γεγονός ότι με άφηνε για τον διευθυντή μου. Της τηλεφώνησα:
"Δεν ντράπηκες να μου το κάνεις αυτό!". "Τι σ' έπιασε ξαφνικά;".
"Κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις!".
"Νόμιζα πως ήταν καλύτερα και για τους δυο μας".
"Για σένα, ίσως, εμένα όμως δεν με σκέφτηκες; Τώρα θα αναγκαστώ να παραιτηθώ. Ξέμεινα από γυναίκα, θα ξεμείνω κι από δουλειά".
"Γιατί να παραιτηθείς ωστόσο;".
"Ξέρεις εσύ".
"Ειλικρινά, δεν σε καταλαβαίνω".
"Ελα τώρα!".
Ο διευθυντής μου έπεσε ξερός όταν του ανακοίνωσα την απόφασή μου να παραιτηθώ.
"Μα γιατί, δεν σας καταλαβαίνω. Εχετε κάποια καλύτερη πρόταση;".
"Οχι".
"Και πετάτε μια τέτοια δουλειά έτσι αβίαστα. Είστε σίγουρος ότι μπορείτε να την αναπληρώσετε;".
"Τη δουλειά, ίσως. Τη χαμένη περηφάνια; Ποτέ!" του είπα και χτύπησα το χέρι στο τραπέζι. Πρόσθεσα κι ένα "ωστόσο" πασχίζοντας ταυτόχρονα να μιμηθώ το κοινό τους τικ.
"Παράξενο!" παρατήρησε. "Μου θυμίζετε κάποιον".
"Μπα, αλήθεια!" τον ειρωνεύτηκα.
"Μάλιστα. Θα το θυμηθώ".
"Οταν το θυμηθείτε, πάρτε με τηλέφωνο".
"Είστε λίγο επιθετικός ή μου φαίνεται; Δεν είναι δα και ένδειξη γενναιότητας να μου παριστάνετε τον νταή φεύγοντας".
"Τι λες, ρε γάιδαρε!" ξέσπασα. Η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο και η εθελούσια έξοδός μου από την εταιρεία αποδείχθηκε κάτι περισσότερο από θορυβώδης.
Τέσσερις μέρες αργότερα μου τηλεφώνησε η Μάρθα.
"Ξέρεις, είναι αυτό που υποπτευόμουν, είμαι έγκυος".
"Ως πού θα πάει το αστείο, κυρία Μάρθα;".
"Δεν αστειεύομαι, μιλώ σοβαρά. Περιμένω παιδί ωστόσο".
"Και λοιπόν, τι μου το λες εμένα;".
"Και σε ποιον θέλεις να το πω; Με σένα είχα σχέσεις, σε σένα το λέω. Νόμιζα ωστόσο πως εσύ ήθελες να κάνουμε παιδιά".
"Δεν αφήνεις την πλάκα, λέω εγώ".
"Σου επαναλαμβάνω, μιλώ σοβαρά. Είμαι έγκυος. Αν δεν θες να το αναγνωρίσεις, θα το μεγαλώσω μόνη μου".
"Σοβαρολογείς τώρα;".
"Απόλυτα".
"Δεν είναι δικό μου!".
"Και ποιανού είναι;".
"Του άλλου!".
"Ποιου άλλου;".
"Ξέρεις εσύ, του".
"Του;".
"Του πρώην διευθυντή μου".
"Τι σχέση έχει ο πρώην διευθυντής σου με το παιδί μας;".
"Ελα τώρα, ω-στό-σο!".
Είναι προς τιμήν της Μάρθας ότι κίνησε γη και ουρανό για να αποδείξει την αθωότητά της. Η υπόθεση είχε ως εξής: Εκείνη και ο διευθυντής μου συμμετείχαν στην ίδια ομάδα ψυχοθεραπείας εδώ και δύο χρόνια.
"Και δεν ήξερες πως αυτός είναι ο διευθυντής μου;".
"Οχι, βέβαια. Ο άνθρωπος δήλωσε απλώς διευθυντικό στέλεχος κάποιας εταιρείας. Μη μου πεις ωστόσο πως για τον λόγο αυτό άφησες τη δουλειά σου!".
Φέρθηκα ανόητα, το παραδέχομαι. Ομως το μυαλό του ανθρώπου ακολουθεί συχνά παράξενες ατραπούς.
Οταν σε λίγους μήνες γεννήθηκε ο γιος μας, εγώ αναζητούσα ακόμα πάνω του τα σημάδια της αναπόδεικτης μοιχείας.
Σήμερα έχω πεισθεί απόλυτα, ή σχεδόν απόλυτα, πως η υπόθεση αυτή είναι αποκύημα της φαντασίας μου. Για την ώρα μένω στο σπίτι και φροντίζω το παιδί. Η Μάρθα βρήκε δουλειά. Ευτυχώς!
Χτες το πρωί μου τηλεφώνησε από το γραφείο.
"Ξέρεις, με απέλυσαν, ωστόσο".
"Σοβαρολογείς τώρα;".
"Οχι, βρε κουτέ! Αστειεύομαι!".


Δημήτρης Στεφανάκης

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ
Ο Δημήτρης Στεφανάκης μπήκε στα ελληνικά γράμματα το 2000 με το μυθιστόρημα "Φρούτα εποχής". Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Ωκεανίδα" και σύντομα το ακολούθησαν τα μυθιστορήματα "Λέγε με Καΐρα" (Ωκεανίδα, 2002), "Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία" (Ωκεανίδα, 2005). Με τις "Μέρες Αλεξάνδρειας" που κυκλοφόρησαν το 2007 από τις εκδόσεις "Πατάκη" γίνεται ευρύτερα γνωστός, επανεκδίδεται φέτος από τις εκδόσεις "Ψυχογιός" και βραβεύεται με το βραβείο Prix Mediterranee Etranger (2011). Εχει γράψει, επίσης, τα βιβλία "Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι" (Πατάκη, 2009), "Θα πολεμάς με τους θεούς" (Πατάκη, 2010). Και έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, έργα των Σωλ Μπέλοου, Ε.Μ. Φόρστερ, Γιόζεφ Μπρόντσκι και Προσπέρ Μεριμέ. Στο μυθιστορηματικό του σύμπαν, η Ιστορία του τελευταίου αιώνα, ο πόλεμος και το εμπόριο, η πολιτική και ο έρωτας, η αποικιοκρατία και ο εθνικισμός, ο κοσμοπολιτισμός της Αλεξάνδρειας και η παρακμή.

πηγή:
http://www.ethnos.gr/
Το παραπάνω διήγημα δημοσιεύτηκε στο Έθνος 27/7/20011 στη στήλη Ιστορίες με καλό τέλος, που επιμελείται η Ελένη Γκίκα.

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

Στα χρόνια της αθωότητας


Jacques Lacarriere

Δέκα χρόνια πριν εκδόθηκε στα ελληνικά το Ερωτικό λεξικό της Ελλάδας  του Jacques Lacarriere, ζούσε ακόμα ,πέθανε το 2005 σε ηλικία 79 ετών, ύστερα από μια απλή χειρουργική επέμβαση στο γόνατο. Η σορός του αποτεφρώθηκε και η στάχτη σκορπίστηκε στη θάλασσα στ' ανοιχτά των Σπετσών, στις 3 Νοεμβρίου, σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία.
Τόσο πολύ αγάπησε την  Ελλάδα !
 Το 1976 εκδίδεται Το ελληνικό καλοκαίρι ,ένα απ’ τα καλύτερα βιβλία για την Ελλάδα στο εξωτερικό. Το ελληνιστικό του έργο σημαντικό*,  το βιβλίο που έχω όλη τη χρονιά φέτος δίπλα  στο κομοδίνο μου ,το πιο όμορφο λεξικό. Το κείμενο που ακολουθεί είναι από το λήμμα Ελλάδα ,πρόλογος στο λεύκωμα φωτογραφιών  του Γιώργου Δεπόλλα. ΄΄Πράγμα που έκανα αυθόρμητα γιατί αυτές οι φωτογραφίες είναι από τις πιο αποκαλυπτικές αυτής  της συγχρόνως μυστικής και ανοιχτής σε όλους ,καθημερινής και χωρίς ηλικία ελληνικής ομορφιάς’’ γράφει ο Ζακ Λακαριέρ……

Το ελληνικό καλοκαίρι,παραλία Μύλος Αγίου Νικήτα,
στη Λευκάδα.
Πως ήταν η Ελλάδα πριν γίνει Ελλάδα; Θέλω να πω ,πριν γίνει η καρδιά και η εστία όλης της Μεσογείου; Πριν ακόμα γίνει αυτό που είναι σήμερα, η  χώρα δηλαδή που προτιμούν οι τουρίστες; Συχνά το αναρωτιόμουν μπροστά στα ελληνικά τοπία που αγκάλιαζα με το βλέμμα χρόνια ολόκληρα .Ποιό στοιχείο ,ποιά λεπτομέρεια ,ποιό σύνολο κάνουν ένα τοπίο πραγματικά  ελληνικό; Επί χρόνια επισκεπτόμουν όλες τις μεσογειακές ακτές και μπορώ να πω ότι πολλά μέρη της Προβηγκίας ,της Ιταλίας  η της Μικράς  Ασίας ,μοιάζουν με την Ελλάδα η την θυμίζουν….
Εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον ,διότι ένα τοπίο δεν είναι αποκλειστικά και μόνο ένα συνονθύλευμα η ένα μωσαϊκό από θάλασσες, κάμπους , δάση και βουνά. Είναι επίσης και πάνω απ’ όλα αυτό που ο άνθρωπος έκανε  με αυτά : παντού στη Μεσόγειο συναντάει κανείς ήλιο, λιόδεντρα  ,καΐκια ,εξωκκλήσια …Αλλά καθένα από τα στοιχεία αυτά είναι το προϊόν μιας επιθυμίας, μιας ανάγκης μιας δουλειάς που χαρακτηρίζει τον κάθε πολιτισμό με την ευρεία έννοια του όρου. Στην Ελλάδα έχουμε συχνά την εντύπωση ότι μύριοι εργάτες ,τεχνίτες ,καλλιτέχνες η ανώνυμοι αρχιτέκτονες εργάστηκαν σε κάθε χωριό ,σε κάθε νησί ,για να οικοδομήσουν αυτά τα γεμάτα φως ,ομορφιά και λιτή αρμονία αριστουργήματα. Παντού στην Ελλάδα σε κάθε γωνιά αυτής της χώρας που δουλεύτηκε κατεργάστηκε, καλλωπίστηκε εμπλουτίστηκε από τρείς χιλιάδες χρόνια ιστορίας, παντού μπορούμε να βρούμε τα αποτυπώματα και τη σφραγίδα του ανθρώπου είτε είναι ψαράς, είτε τεχνίτης ,ερημίτης ,ναυτικός η εργάτης.
Υπάρχει μία φράση  του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη που ορίζει την ελληνική ομορφιά και την οποία αγαπώ ιδιαίτερα ,διότι συμπυκνώνει την ουσία σε λίγα λόγια: ‘΄Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα ,στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά ,ένα αμπέλι  κι ένα καράβι. Που σημαίνει :με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις’’. Σ’αυτή τη φράση –έμβλημα  πιθανόν να μπορούσαμε να προσθέσουμε κάτι ακόμα. Αλλά η ουσία είναι ότι το ελληνικό κάλλος είναι το ίδιο λιτό και εξαγνισμένο όσο ένας κυβιστικός πίνακας ,όσο κι ένα παιχνίδι σκιάς και φωτός πάνω σ’ένα τοίχο ,σαν γεωμετρικό σχέδιο του Ευκλείδη ,σαν το απόλυτο γαλάζιο των τρούλων η την λευκότητα μιας εκκλησιάς πάνω σ’ ένα ερημονήσι. Διότι σ’ αυτή τη χώρα η ομορφιά είναι αυθόρμητη ,δεν είναι φτιαγμένη με υπολογισμούς, με μεγαλεία η με επιτήδευση ,αλλά με αέναη ευτυχία στις πιο καθημερινές λεπτομέρειες. Είναι δηλαδή  φτιαγμένη από ό,τι ο άνθρωπος αντικρίζει κάθε ημέρα  της ζωής του: ξερολιθιές ασβεστωμένες στην κορυφή, προσκυνητάρια στις άκρες των δρόμων, μπλε σκιά από τα στρογγυλά τραπεζάκια των καφενέδων ,βαμμένα σκαλοπάτια των νησιώτικων σπιτιών ,αποξηραμένα μπουκέτα των εκκλησιών, χαϊμαλιά των γαϊδουριών, ζωγραφισμένα χέρια πάνω σε   κάποιους τοίχους να υποδεικνύουν τον δρόμο της αλήθειας η και πολύ συχνά διαφημιστικές επιγραφές και ναΐφ ζωγραφική.
Στην Ελλάδα η ομορφιά δεν μαθαίνεται ποτέ ,είναι αυθόρμητη ,αυτόχθονη όπως τ’άσπρα κεντίδια των κυμάτων πάνω στην άμμο, όπως η μελετημένη συμμετρία των κυπαρισσιών σε όλο το μήκος των δρόμων ,σαν την πανδαισία χρωμάτων σε πόρτες και παράθυρα ,η σαν το πολύχρωμο έμβλημα των ελληνικών ενδυμάτων και κοσμημάτων .Διότι η ομορφιά είναι μια μάχη ,είναι η νίκη του φωτός πάνω στη σκιά .Κι όπως έλεγε ένας από τους παλαιότερους και μεγαλύτερους Έλληνες φιλοσόφους ,ο Ηράκλειτος, η ομορφιά είναι η αρμονία των αντιθέσεων .Ειδικότερα εδώ ,είναι επίσης η συνάντηση και ο καρπός της ένωσης της Ελλάδας του χθες με αυτήν του σήμερα .





Το ερωτικό καλοκαίρι  στην Ελλάδα.

Διαβάστε περισσότερα εδώ: http://www.kirithres.gr/ πληκτρολογώντας στην αναζήτηση
Jacques Lacarriere

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

Η ζωή είναι αστεία

Το γατάκι έφυγε.Το θερμόμετρο στο διπλανό φαρμακείο δείχνει 40 βαθμούς. Μια κυρία μου ζητάει να της συμπληρώσω μια υπεύθυνη δήλωση, ότι η μάνα της είναι ακόμα ζωντανή, ένας άλλος ρωτάει αν η Δημοτική Αστυνομία γράφει τα παρκαρισμένα παράνομα αυτοκίνητα, ο Σαρκοζί φιλάει την Μέρκελ στα χείλη, ο ΓΑΠ περιμένει να πάρει εντολές. Μόνο έτσι μπορεί να λειτουργήσει  ο ΓΑΠ.
Άνθρωποι κυκλοφορούν στους δρόμους, να πληρώσουν τράπεζες, ΔΕΗ, τηλέφωνο, νερό, πάνε στο ΙΚΑ, άλλοι στο ΙΚΕΑ, τη νύχτα ακουγόταν το γλέντι από έναν γάμο που άρχισε νωρίς, έξω περνά μια κηδεία, ακολουθούν  λίγες θλιμμένες  φιγούρες και μερικά αυτοκίνητα, μάλλον κανένας γέρος θα 'ταν.
Μια παχουλή κυρία κρατάει το μωρό στην αγκαλιά της και μια πολύχρωμη ομπρέλα  για τον ήλιο  στο χέρι της, η τρελή της γειτονιάς βγάζει άναρθρες κραυγές πάλι, ούτε που νοιάζεται κανείς. Η εξάτμιση από ένα μηχανάκι διακόπτει την συνομιλία δύο κυριών για το αρνάκι στη γάστρα, φοράνε ψάθινα καπελάκια. Αδιάφορο με τη γλώσσα έξω περνά ένα αδέσποτο, η μια κυρία δείχνει να το φοβάται. Ένας μαύρος πλησιάζει τις κυρίες, πουλάει ζώνες, selected default ψιθυρίζει, γελάω, γελάει κι αυτός. 
Ο πρόεδρος των ταξιτζήδων δηλώνει "Θα έχουμε θύματα". Όποιος προλάβει αρπάζει, είναι το  σύστημα  της χώρας τα τελευταία  χρόνια,  ούτε ο νόμος της ζούγκλας δεν ισχύει. Η κάθε ομάδα πράττει κατά το συμφέρειν. Και οι Ευρωπαίοι καιροφυλακτούν, "πουλάμε  τη ζωή χρεώνουμε τον θάνατο, χωρίς να μαθαίνουμε ποτέ τι μένει", Αγαθή Δημητρούκα.
Έχουμε χρόνια να μιλήσουμε σοβαρά. Ο ένας υποπτεύεται τον άλλον, αναλυόμαστε όμως, καταναλωνόμαστε και στο τέλος, ευχόμαστε.

 "Μια από τις τιμωρίες που δεν καταδέχεσαι να ασχοληθείς με την πολιτική είναι ότι καταλήγεις να σε κυβερνούν οι κατώτεροί σου". Πλάτων 427-347 π.ΧΔυό περιστέρια τσιμπολογούν και ερωτοτροπούν στο πεζοδρόμιο, δίπλα ακριβώς ένας κλόουν κάνει γκριμάτσες στους περαστικούς ,το καπελάκι ανάποδα, στη γωνία ένας μουστακαλής ανάβει φωτιά  να ψήσει τα καλαμπόκια του.

Στις πέντε το απόγευμα η ζέστη στη πόλη είναι αφόρητη τον Ιούλη, δροσίζεσαι στη σκέψη ότι έρχεται το βράδυ.Το γατάκι έφυγε, το καλοκαίρι θα φύγει.
Ανεβαίνω στο ποδήλατο, κάνω μια βόλτα, η ζωή είναι αστεία.

Ο μάντης Τειρεσίας έδινε συμβουλές για το μέλλον, οι συμβουλές του ήταν σπαζοκεφαλιές, προδιέγραφαν  το αποτέλεσμα.
Αυτό το απόγευμα ήταν γεμάτο απρόβλεπτα.
Από μόνη της η ζωή είναι απρόβλεπτη, αυτή είναι η νοστιμιά της. Η ζωή είναι αστεία, όσο και ο θάνατος.
Το γατάκι έφυγε, η ζωή θα φύγει, στο τέλος, τι θα μείνει;

Ουτοπιστής

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Αντικατοπτρισμοί του μυαλού


Αυτος είναι ένας σχηματισμός βράχων σε μια λίμνη της Βιρμανίας. Η φωτογραφία είναι
δυνατό να ληφθεί μόνο μία συγκεκριμένη μέρα του χρόνου, λόγω του τρόπου που πέφτει
το φως του ήλιου πάνω στους βράχους...
















Δεν μπορείς να κρατήσεις τίποτα για τον εαυτό σου, τα μοιράζεσαι όλα, σαν αστέρι σε σχήμα καρδιάς, ταξιδεύεις να φωτίσεις τις σκιές του κόσμου, σαν πεταλούδα από λουλούδι σε λουλούδι, να γονιμοποιήσεις τη ζωή με πολύχρωμη γέννηση, σαν εργάτρια μέλισσα να απλώσεις το μέλι σε πικραμένα χείλη, ένα ρυάκι ξεκινάς, σταγόνα σταγόνα μαζεύεις τα περισσεύματα της βροχής, υγραίνεις με δάκρυα το στεγνό ποτάμι, τρυφερά κυλάς τα νερά σου στις ρίζες από γέρικα πλατάνια, να πρασινίζουν τα φύλλα τους την άνοιξη, ανοίγεις τα νερά σου, περάσματα των αδύναμων, συμμαζεύεσαι ορμητικά με μια κραυγή της γης για τον ουρανό, λαχταράς να συναντήσεις την αγαπημένη σου Θάλασσα, προχωράς αλύγιστη κόντρα στους βράχους, διαχέεσαι στις ρωγμές της γης, οξυγόνο των κρυμμένων αισθήσεων, μοναδικός προορισμός ο τόπος που σμίγει το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας με το μπλε του ουρανού, σ’ ένα κατακόκκινο χρώμα, ίδιο και απαράλλακτο με το αίμα των ανθρώπων, μπολιάζεις έτσι τις ζωές των ανθρώπων σ’ ένα κοινό βλέμμα, ένα ολόγιομο φεγγάρι για όλη τη γη, το ξέρεις καλά, πριν από μένα το ήξερες, αιώνες το φεγγάρι  θα πηγαινοέρχεται στον ουρανό, πριν από μας, μετά από μας, εμείς ένα ίχνος στην άμμο, ούτε ένας κόκκος της ξεχωριστός, θα χαθούμε στην έρημο  του χρόνου, έφθασες στην οικουμενική αχτίνα της γης, κι εγώ σ’ ακολουθούσα σα σκιά της, τυφλός από το φως σου, πήρα μια θέση στην πιο ακρινή  μεριά του σύμπαντος, ζεστό και λυπημένο ετερόφωτο αστεράκι, να κοιτάζω την ομορφιά του πλανήτη, να αναρωτιέμαι για Σένα.

Ουτοπιστής

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Betadine

Η φωνούλα του έκλαιγε σπαρακτικά. Μόλις το πλησίασα απομακρύνθηκε, ήταν φοβισμένο. Στάθηκα, του ψιθύρισα να μη φοβάται, ήρθε κοντά μου, με κοίταζε, μια στα μάτια, μια στο πεζοδρόμιο, το μισό φεγγάρι έδινε αρκετό φως, είχε νυχτώσει για τα καλά .
Μιλούσαμε για την πλατεία Συντάγματος, για την πλατεία της Ελπίδας, Ιούλης μήνας, το πρώτο θερμό Σαββατοκύριακο του καλοκαιριού, ο κόσμος αραίωσε στους δρόμους, οι ομπρέλες γέμισαν τις παραλίες. Αυτό το καλοκαίρι νοσταλγεί, δεν ονειρεύεται.
Νιάου νιάου, πονάω, πεινάω, με άφησαν μόνο και απροστάτευτο, φοβάμαι.
Στο δρόμο που περπατάμε τα βράδια με τη γυναίκα μου, βλέπουμε γάτες, σκύλους, ανθρώπους, ποδήλατα, αυτοκίνητα, μηχανάκια και κάποια αστέρια να πέφτουν απ’ τον ουρανό. Δεν μπορώ να ισχυρισθώ ότι είμαι φιλόζωος, γιατί δεν φροντίζω κανένα ζώο, εκτός απ΄ τον εαυτό μου και αν. Όπως δεν μπορώ να πω, ότι θα πονέσω ιδιαίτερα αν κλείσει η Αυγή, απλά γιατί δεν την αγόραζα, παρά πέντε δέκα φορές τον χρόνο, ενώ με πόνεσε ο θάνατος του Αντί γιατί το περίμενα κάθε φορά. Κάποια ραντεβού ακυρώνονται για πάντα, με έναν θάνατο. Ο Κώστας Σταματίου πέθανε,Τα Νέα του Σαββάτου, δεν θα ήταν ποτέ πια τα ίδια, ούτε το Γεωτρόπιο δίχως το fax του Σταύρου Απέργη, με δύο λέξεις έπαιρνες το μήνυμα.

«Θα μου χαρίσεις απόψε ένα χορό;

Ένα ταγκό στην πίστα τ' ουρανού θα μου χαρίσεις;

Με το φεγγάρι να κρατάει αργεντίνικο δοξάρι και

με τ' αστέρια ν' αγκαλιάζονται σφιχτά...

Θα μου χαρίσεις απόψε ένα χορό;

Σκέψου ένα βαλς στα δυο χιλιάδες μέτρα και κάπου

εκεί τον Στράους με μπαγκέτα...

Θα μου χαρίσεις απόψε ένα χορό;

Σε περιμένω-εδώ δίπλα είμαι, στην ακτή με τα βραχάκια...»


μόνο όταν πέθανε ο Σ. Α μάθαμε ποιος ήταν ο ταξιδιώτης του Ουρανού.


Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν συμπαθώ τα ζώα ή ότι δεν εύχομαι να μην κλείσει η Αυγή, όπως εύχομαι να κλείσουν τα έντυπα των μεγαλοεργολάβων -γιατί εδώ υπάρχει πόλεμος. Είναι άλλο η Αυγή και άλλο το Έθνος και τα Νέα. Αυτές δεν είναι πιά εφημερίδες, αλλά μαγαζάκια της συμφοράς. Και σε τελική ανάλυση δεν γίνεται να καπνίζεις και να είσαι αντικαπνιστής, ούτε να λες αγαπάω το θέατρο, αλλά να έχεις να πατήσεις το πόδι σου απ΄τα σκετς του δημοτικού, αυτό το ολίγον έγκυος, έχει διαπιστωθεί χρόνια τώρα πως δεν ισχύει.
Πάω να δω το γατάκι,  το φεγγάρι,-το δροσερό της νύχτας αεράκι και επανέρχομαι  στο θέμα .Το θέμα είναι το απροστάτευτο ζωάκι και οι πληγές του.
Το πήρα στην αγκαλιά με τις δυό παλάμες μου, τόσο ήταν όλο κι όλο, όταν είδα την πληγή στο αριστερό του πίσω πόδι. Σώπασε, γαλήνεψε, κάποια στιγμή στο δρόμο νόμισα ότι ξεψύχησε, ήταν ένα ζωντανό πλάσμα στα χέρια μου.
Πάνω στην κόκκινη πετσέτα με το σπιτάκι ζωγραφιά, έμοιαζε σαν μωρό στην κούνια του, έπινε το γάλα του, όπως όταν έχεις να φας δυό μέρες. Γουργούριζε σηκώνοντας τη μαύρη ουρά του, οι γάτες όταν χαίρονται γουργουρίζουν, άρχισα να μαθαίνω πράγματα για τις γάτες, είναι δεν είναι τριών μηνών. Πάνω στο άσπρο του τρίχωμα είχε τρεις μαύρες βούλες και τρεις μικρές πληγές. Για τις πληγές Betadine.
Οι πληγές πονάνε, σαν ανεκπλήρωτα  όνειρα ή σαν λάθη που έγιναν και δεν αλλάζουν πια.
Η μοναξιά των ανθρώπων βρίσκει παρηγοριά στα ζώα, -οι γάτες είναι άπιστες, οι σκύλοι πιστοί,-το δέσιμο με αυτά ξεπερνάει την ανθρώπινη οδύνη. Αγάπη, τρυφερότητα, φροντίδα, παιχνίδι, πόνος και χαρά, ζωντανές υπάρξεις.Όπως ο άνθρωπος.
Η Ζυράννα Ζατέλη*  μας μιλάει για τις γάτες της, μυθιστορηματικές, εφτάψυχες, -κάθε επτά χρόνια ολοκληρώνει ένα βιβλίο και ο Νίκος Δήμου* τις κάνει βιβλίο, γράφοντας για επίλογο:

Τα ζώα είναι αυτά που είναι:
καθαρή φύση. Τίμια κοιτάνε,
κατάματα. Ο άνθρωπος, έξω απ' τη φύση,
αναζητά.
Το ζώο είναι. Ο άνθρωπος γίνεται. Αν μπορεί.

Πρόσεξε αυτόν που δεν αγαπά τα ζώα.
Η ανθρωπιά του αδύναμη. Το ζώο μέσα του
αντιδρά. Πρόσεξε αυτόν
που δεν αγαπά τις γάτες. Κάπου
φοβάται. Κάπου τρέμει. Κάπου, κρύβεται.

Ο Χίτλερ μισούσε τις γάτες. Κι ο Καίσαρας. Κι ο Ναπολέων.
Όλοι οι τύραννοι. Οι δικτάτορες. Οι κήνσορες.
Βλέπουν στις γάτες τα όρια της δύναμής τους.

Γάτα στο τσίρκο; Ποτέ! Αδιαμαρτύρητα πεθαίνουν
αλλά δε δαμάζονται. Η πιο ανθρώπινη αρετή
φωλιάζει στις γάτες.



Το πεινασμένο γατάκι  άρχισε τα παιχνίδια του, θα γίνει γάτα λένε.
Ο παραμικρός ήχος κάνει τα πράσινα ματάκια του δορυφορικά, να αντιλαμβάνεται τις κινήσεις. Η φωνούλα του γλύκανε, ναζιάρα, περιπαικτική, ελεύθερη, αδάμαστη.
Αρετές που βρίσκεις στα ζώα  και τις ψάχνεις στον άνθρωπο. Και η πιο μεγάλη ότι δεν εξαργυρώνονται εύκολα .
Υπακουή στους νόμους της Φύσης και ανυπακουή στους νόμους των ανθρώπων.
Όπως η Αντιγόνη απέναντι στον Κρέοντα.

Ουτοπιστής


Πηγές:
Το βιβλίο των γάτων. Νίκος Δήμου





                                                                                     

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Όσα έπρεπε να μάθω, τα έμαθα στο νηπιαγωγείο

Στη Τζένη

Ο Σακουλέβας κυλάει τα μυστικά του. Δίπλα του η Ρόζα τα δικά της. Μια παρέα φοιτητών περπατάει πλάι στα νεοκλασικά συζητώντας για τις ταινίες του Αγγελόπουλου, η πόλη αντιστέκεται, διατηρώντας το ιστορικό βάθος της.
Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα και ένα μικρό σκυλάκι μας ακολουθεί, περπατάμε δίπλα στο ποτάμι, οι πάπιες κοιμούνται αγκαλιά τη νύχτα. Οι άνθρωποι στη Φλώρινα αγαπούν τα σκυλιά και τα σκυλιά τους ανθρώπους ,αρμονική συνύπαρξη, η φιλοξενία της ιστορίας, το χρώμα του ουρανού.
Γλυκιά, δροσερή, καθαρή καλοκαιρινή νύχτα απλώνεται στα στενά δρομάκια της, ανάμεσα από χαμηλά σπίτια  και σύγχρονες πολυκατοικίες, άδειοι δρόμοι  ηρεμούν απ΄ το βουητό της μέρας, μια ανασηκωμένη ματιά μετράει τ’αστέρια Σπίτια ζωγράφων και ποιητών ζωγραφίζουν τον ύπνο ανθρώπων που ζουν στην άκρη, ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα.
Αγάπησα την Φλώρινα, κάποιες φορές μοιάζει με οξυγόνο στα πνευμόνια του σύγχρονου κόσμου, κάποιες άλλες  υφαίνει τη θλίψη της ,ολόιδια με τη δικιά μου, όμοιος ομοίω. Όταν χαμογελά όμως αστράφτει, όπως η αστραπή μετά το μπουμπουνητό, δροσίζει όπως η ξαφνική βροχή σε μεσημέρι  καυτού καλοκαιριού, όπως ξυπνάς το χειμώνα και το λευκό χιόνι χαρίζει τις πιο άσπρες μέρες.
Μπαμπά χιονίζει, όλα είναι κάτασπρα ,τα κεραμίδια των σπιτιών, οι δρόμοι, το μπαλκόνι χιονισμένο και χιονίζει τώρα πολύ. Δυό βήματα η Βίγλα άναψε το τζάκι της, οι πίστες της χορεύουν τα βράδια του χειμώνα. Το χειμώνα στο Πισοδέρι να ντύνεσαι καλά, κάποια φορά έφυγα με ένα μάγουλο, το άλλο μου το πήρε ο παγωμένος αέρας .
Κάτω απ΄τα ΤΕΙ ο ζωολογικός κήπος, η πρώτη θύμηση  των παιδιών, δεν υπάρχει πια, ούτε το σφύριγμα του τρένου υπάρχει. Υπάρχει όμως η ζωντάνια στο κέντρο της πόλης, με τα φλερτ των φοιτητών και με μια ξεχωριστή πινακίδα που ολοζώντανα δείχνει ότι το μαγαζί έχει όλα τα υλικά για τη σχολή καλών τεχνών και για τους ζωγράφους της πόλης και μια πλατεία που δείχνει αρχοντιά και μεράκι. Υπάρχει όμως το Μουσείο της Σύγχρονης Τέχνης και το σπίτι του Βογιατζή γεμάτο με σκηνές απ’τον Μελισσοκόμο.
Εν Φλωρίνοις, μια παμπ απ’τα παλιά με  rock κομμάτια και λευκά μαρμάρινα τραπεζάκια σε ταξιδεύει σε άλλες εποχές, τότε που ο έρωτας σήμαινε όνειρο. Ούτε καταλαβαίνεις πως αχνοφέγγει η μέρα έξω, η πόλη κοιμάται, οι φούρνοι και τα μπουγατσάδικα άνοιξαν. Όταν χαράζει,νοιώθεις την αγάπη, τότε που οι άνθρωποι κοιμούνται γλυκά και αχνίζουν οι σταγόνες της ομίχλης.
Όσοι έρχονται φοιτητές στη Φλώρινα κλαίνε δυό φορές, μία όταν έρχονται και μία όταν φεύγουν, είπε ο ταξιτζής πριν τέσσερα χρόνια.Το ξενοδοχείο Λύγκος  σας περιμένει πιά, όπως και τότε. Το alter ego κάνει ωραίο καφέ και η οδός Ονείρων δεν σ’ αφήνει να προσπεράσεις,  όταν  πάρεις τον δρόμο για τις Πρέσπες σε προϊδεάζει που πας. Πας στις Πρέσπες, πας στην άχνη του ονείρου. Όλα τόσο κοντά και τόσο μακριά, όλα ήλιος, βροχή, χιόνι, ομίχλη, κρύο, ζέστη, δροσιά, η Φύση ,ο Άνθρωπος, ο Ουρανός της απεραντοσύνης.Το νερό της λίμνης και η πέτρα των βράχων, η πεδιάδα και το βουνό, η ψυχή και το σώμα της γης. Το Όλον.
Η λίμνη χρυσίζει, κυματίζουν αργά αργά τα νερά της σαν χάδι, μες τα καλάμια φτερουγίζουν πουλιά, μοναδικά πουλιά, ο pelecanus onoctotatus είναι εκεί και γύρω γύρω χωριά, όμορφα πέτρινα χωριά, με φασολιές που φθάνουν στον ουρανό σαν του Τζακ και πιπεριές κόκκινες καυτερές που νοστιμίζουν την άνοστη ζωή του μπετόν και της ασφάλτου. Οι Ψαράδες και οι βαρκάρηδες είναι εκεί για να σου δείξουν τις σπηλιές  και τους αγριοπελεκάνους, τις βυζαντινές και μεταβυζαντινές τοιχογραφίες πάνω στα βράχια
Στο σπίτι   ένα στρώμα στο πάτωμα, τίποτα άλλο, ένα άδειο φοιτητικό σπίτι. Η Νίκη απέχει μόλις είκοσι λεπτά, αύριο οι φοιτητές παίρνουν τα πτυχία τους,το φεγγάρι φεγγίζει τα όνειρα των παιδιών.
Ένας ακόμα σταθμός. Όλοι οι σταθμοί έχουν αφίξεις και αναχωρήσεις, ένα ταξίδι τελειώνει, ένα άλλο αρχίζει.
Η ζωή είναι ένα δώρο από μόνη της  ή  μιά  μπάλα που την κρατάει ο καθένας στα χέρια του, όπως η γη ή ένα ποτάμι που κυλάει να συναντήσει τη θάλασσά του..

Ουτοπιστής