Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Όσα έπρεπε να μάθω, τα έμαθα στο νηπιαγωγείο

Στη Τζένη

Ο Σακουλέβας κυλάει τα μυστικά του. Δίπλα του η Ρόζα τα δικά της. Μια παρέα φοιτητών περπατάει πλάι στα νεοκλασικά συζητώντας για τις ταινίες του Αγγελόπουλου, η πόλη αντιστέκεται, διατηρώντας το ιστορικό βάθος της.
Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα και ένα μικρό σκυλάκι μας ακολουθεί, περπατάμε δίπλα στο ποτάμι, οι πάπιες κοιμούνται αγκαλιά τη νύχτα. Οι άνθρωποι στη Φλώρινα αγαπούν τα σκυλιά και τα σκυλιά τους ανθρώπους ,αρμονική συνύπαρξη, η φιλοξενία της ιστορίας, το χρώμα του ουρανού.
Γλυκιά, δροσερή, καθαρή καλοκαιρινή νύχτα απλώνεται στα στενά δρομάκια της, ανάμεσα από χαμηλά σπίτια  και σύγχρονες πολυκατοικίες, άδειοι δρόμοι  ηρεμούν απ΄ το βουητό της μέρας, μια ανασηκωμένη ματιά μετράει τ’αστέρια Σπίτια ζωγράφων και ποιητών ζωγραφίζουν τον ύπνο ανθρώπων που ζουν στην άκρη, ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα.
Αγάπησα την Φλώρινα, κάποιες φορές μοιάζει με οξυγόνο στα πνευμόνια του σύγχρονου κόσμου, κάποιες άλλες  υφαίνει τη θλίψη της ,ολόιδια με τη δικιά μου, όμοιος ομοίω. Όταν χαμογελά όμως αστράφτει, όπως η αστραπή μετά το μπουμπουνητό, δροσίζει όπως η ξαφνική βροχή σε μεσημέρι  καυτού καλοκαιριού, όπως ξυπνάς το χειμώνα και το λευκό χιόνι χαρίζει τις πιο άσπρες μέρες.
Μπαμπά χιονίζει, όλα είναι κάτασπρα ,τα κεραμίδια των σπιτιών, οι δρόμοι, το μπαλκόνι χιονισμένο και χιονίζει τώρα πολύ. Δυό βήματα η Βίγλα άναψε το τζάκι της, οι πίστες της χορεύουν τα βράδια του χειμώνα. Το χειμώνα στο Πισοδέρι να ντύνεσαι καλά, κάποια φορά έφυγα με ένα μάγουλο, το άλλο μου το πήρε ο παγωμένος αέρας .
Κάτω απ΄τα ΤΕΙ ο ζωολογικός κήπος, η πρώτη θύμηση  των παιδιών, δεν υπάρχει πια, ούτε το σφύριγμα του τρένου υπάρχει. Υπάρχει όμως η ζωντάνια στο κέντρο της πόλης, με τα φλερτ των φοιτητών και με μια ξεχωριστή πινακίδα που ολοζώντανα δείχνει ότι το μαγαζί έχει όλα τα υλικά για τη σχολή καλών τεχνών και για τους ζωγράφους της πόλης και μια πλατεία που δείχνει αρχοντιά και μεράκι. Υπάρχει όμως το Μουσείο της Σύγχρονης Τέχνης και το σπίτι του Βογιατζή γεμάτο με σκηνές απ’τον Μελισσοκόμο.
Εν Φλωρίνοις, μια παμπ απ’τα παλιά με  rock κομμάτια και λευκά μαρμάρινα τραπεζάκια σε ταξιδεύει σε άλλες εποχές, τότε που ο έρωτας σήμαινε όνειρο. Ούτε καταλαβαίνεις πως αχνοφέγγει η μέρα έξω, η πόλη κοιμάται, οι φούρνοι και τα μπουγατσάδικα άνοιξαν. Όταν χαράζει,νοιώθεις την αγάπη, τότε που οι άνθρωποι κοιμούνται γλυκά και αχνίζουν οι σταγόνες της ομίχλης.
Όσοι έρχονται φοιτητές στη Φλώρινα κλαίνε δυό φορές, μία όταν έρχονται και μία όταν φεύγουν, είπε ο ταξιτζής πριν τέσσερα χρόνια.Το ξενοδοχείο Λύγκος  σας περιμένει πιά, όπως και τότε. Το alter ego κάνει ωραίο καφέ και η οδός Ονείρων δεν σ’ αφήνει να προσπεράσεις,  όταν  πάρεις τον δρόμο για τις Πρέσπες σε προϊδεάζει που πας. Πας στις Πρέσπες, πας στην άχνη του ονείρου. Όλα τόσο κοντά και τόσο μακριά, όλα ήλιος, βροχή, χιόνι, ομίχλη, κρύο, ζέστη, δροσιά, η Φύση ,ο Άνθρωπος, ο Ουρανός της απεραντοσύνης.Το νερό της λίμνης και η πέτρα των βράχων, η πεδιάδα και το βουνό, η ψυχή και το σώμα της γης. Το Όλον.
Η λίμνη χρυσίζει, κυματίζουν αργά αργά τα νερά της σαν χάδι, μες τα καλάμια φτερουγίζουν πουλιά, μοναδικά πουλιά, ο pelecanus onoctotatus είναι εκεί και γύρω γύρω χωριά, όμορφα πέτρινα χωριά, με φασολιές που φθάνουν στον ουρανό σαν του Τζακ και πιπεριές κόκκινες καυτερές που νοστιμίζουν την άνοστη ζωή του μπετόν και της ασφάλτου. Οι Ψαράδες και οι βαρκάρηδες είναι εκεί για να σου δείξουν τις σπηλιές  και τους αγριοπελεκάνους, τις βυζαντινές και μεταβυζαντινές τοιχογραφίες πάνω στα βράχια
Στο σπίτι   ένα στρώμα στο πάτωμα, τίποτα άλλο, ένα άδειο φοιτητικό σπίτι. Η Νίκη απέχει μόλις είκοσι λεπτά, αύριο οι φοιτητές παίρνουν τα πτυχία τους,το φεγγάρι φεγγίζει τα όνειρα των παιδιών.
Ένας ακόμα σταθμός. Όλοι οι σταθμοί έχουν αφίξεις και αναχωρήσεις, ένα ταξίδι τελειώνει, ένα άλλο αρχίζει.
Η ζωή είναι ένα δώρο από μόνη της  ή  μιά  μπάλα που την κρατάει ο καθένας στα χέρια του, όπως η γη ή ένα ποτάμι που κυλάει να συναντήσει τη θάλασσά του..

Ουτοπιστής