Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Τα ευτελή και τα σπουδαία

Του Θωμά Ψύρρα

poetic-birds
Μετά από 11 ποιητικές συλλογές, αρχής γενομένης με την Πορεία το 1980, ο Κώστας Λάνταβος έφτασε στη δωδεκάτη με Τα Ευτελή και τα Σπουδαία. Τριάντα χρόνια ποιητικής πορείας. «Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε», που λέει κι Εμπειρίκος το 1937 στην «Ενδοχώρα[1]». Και ωριμάζουμε, λέω εγώ. Αλλά τι είναι η ποιητική ωρίμαση; 
Σίγουρα δεν προκύπτει και μόνο από το γεγονός ότι κυλά και περνά ο χρόνος. Αλλά καθώς περνά ο χρόνος και (όχι εξαιτίας του) συντελείται μια διαδικασία που μεταστοιχειώνει διαρκώς την αρχική ποιητική αναζήτηση και την μεταλλάσσει σε ολοένα ανώτερη ποιότητα. Χρειάζεται καιρός ώστε πάθη, βάσανα, εμπειρίες, χαρές, απολαύσεις, αισθήματα και εικόνες, μνήμες και επανεκτιμήσεις αναμνήσεων, αλλά και «τιποτένια» στοιχεία της καθημερινότητας... να υποστούν συνειδητή ή ασύνειδη κατεργασία και με υπομονή να «πήξει[2]» το από μέσα της ψυχής και τελικά να ρθει η στιγμή να «πήξει» το μελάνι[3] για να εκφραστεί με λέξεις ο ρυθμός της ευφορίας της. Και στη δωδεκάτη του Λάνταβου αναμφίβολα ήρθε. Έχουμε μπροστά μας την πιο ώριμη συλλογή της ποιητικής του πορείας που μαζί με τη Δωρεά του κάμπου (2006) και το Εγκώμιο (2009) επιβεβαιώνουν την εσωτερική και ποιητική του ωρίμαση.
H παρουσίαση ενός βιβλίου είναι ένα ιδιαίτερο κριτικό είδος.
Έχω πει πως η παρουσίαση ενός βιβλίου είναι ένα ιδιαίτερο κριτικό είδος. Δεν είναι ούτε διαφήμιση, ούτε κριτική πραγματεία, δεν είναι ούτε κριτικό σημείωμα σαν αυτά που παρουσιάζουν οι δημοσιογράφοι στη στήλη «Νέες κυκλοφορίες» δίπλα στα ευπώλητα. Η παρουσίαση έχει στόχο να αρθρώσει παρατηρήσεις που θα διευκολύνουν την ανάγνωση και θα δώσουν ευκαιρίες για ουσιαστικότερη κριτική αποτίμηση. Μ' αυτό κατά νου θα επιχειρήσω να αρθρώσω εννιά παρατηρήσεις για τη νέα συλλογή του Κώστα Λάνταβου.
Παρατήρηση 1η με αφορμή τη γενική δομή της συλλογής
lantavosΗ συλλογή Τα Ευτελή και τα Σπουδαία απαρτίζεται από 28 ατιτλοφόρητα ποιήματα η αλληλουχία των οποίων σημαίνεται με την ελληνική αρίθμηση. Επομένως ο Λάνταβος επέλεξε μία και μόνη διαδικασία τιτλοφόρησης –αυτή της συλλογής– γεγονός που καταδεικνύει όχι μόνο τη διαδοχή αλλά κυρίως την εσωτερική ενότητα και την συναισθηματική αλληλουχία των ποιημάτων. Στην πραγματικότητα έχουμε το ξεδίπλωμα ενός και μόνου ποιήματος στη διαδοχή 28 φάσεων. Ο τίτλος της συλλογής είναι ατόφιος στίχος από το ένατο ποίημα της συλλογής – γεγονός επίσης που επιβεβαιώνει την επιθυμία του ποιητή στην επιδίωξη της ποιητικής συνοχής του όλου.
Παρατήρηση 2η με αφορμή τον τίτλο της συλλογής
Ο τίτλος της συλλογής Τα Ευτελή και τα Σπουδαία σε μια επιπόλαια πρώτη πρόσληψη σημαίνει κάτι σαν «Τα Μικρά και τα Μεγάλα» ή «Τα Ασήμαντα και τα Σημαντικά» ή τέλος πάντων κάτι τέτοιο. Η ποίηση όμως είναι η τέχνη όχι της δήλωσης αλλά και της υποδήλωσης. Μια προσεκτική -ετυμολογική- ανάγνωση δείχνει πράγματα διαφορετικά. Στον τίτλο η λέξη “ευτελής” καθώς περιέχει την έννοια του “τέλους” συνυποδηλώνει την “πληρωμή” (τέλος = φόρος, πληρωμή) αλλά και τον “τελικό σκοπό” (τέλος = σκοπός) και η λέξη “σπουδαίος” καθώς προέρχεται από τη λέξη “σπουδή” συνεμφαίνει την έννοια της “μελέτης”, της “κοπιαστικής φροντίδας”, της “προσπάθειας που γίνεται με ζήλο” αλλά και της “βιασύνης”. Μπορεί λοιπόν κάποιος να διαβάσει τον τίτλο και ως “Όσα εξόφλησα και όσα με πιέζουν και φροντίζω με κόπο και ζήλο”. Έτσι είναι η ποίηση. Και μη ρωτήσετε αν είχε αυτό ακριβώς κατά νου ο ποιητής. Ο αναγνώστης δεν νοιάζεται για το τι “θέλει να πει ο ποιητής”, αλλά ποιες ηδονικές λαβές του προσφέρει ο ποιητικός λόγος στην αναζήτηση του νοήματος και συνακόλουθα της ποιητικής απόλαυσης.
Παρατήρηση 3η με αφορμή το μότο της συλλογής
Το μότο που επιλέγει ο Λάνταβος για τη συλλογή, είναι ο τεσσαρακοστός πρώτος στίχος από την “Έρημη χώρα” του Τόμας Έλιοτ: Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Το ακριβώς αντίθετο. Πρόκειται για συγκείμενο που έρχεται να λειτουργήσει ως τροχιοδεικτικό για τη συλλογή. Η δική του Έρημη Χώρα είναι “η χώρα του Μωάβ” που γεωγραφείται στον πρώτο στίχο του πρώτου ποιήματος της συλλογής: “Θα μείνω εδώ στη χώρα του Μωάβ” και έρχεται να την σημάνει περαιτέρω με τη σημείωση: “Χώρα του Μωάβ: ο τόπος όπου πέθανε ο Μωυσής διότι ο Θεός δεν του επέτρεψε να φτάσει στη Γη της Επαγγελίας”
Στην ποίηση τα αντιθετικά ζεύγη συνυπάρχουν έστω κι αν δεν δηλώνονται.
Ο στίχος από την Έρημη Χώρα είναι: “Looking into the heart of light, the silence”. Σε μετάφραση του Σεφέρη: “Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή” . Επομένως ο Λάνταβος δείχνει και τα βασικά δομικά μοτίβα των ποιημάτων της συλλογής: την επίμονη ματιά και το αντίθετό της (τυφλότητα), το συναίσθημα και το αντίθετό του (αλεξιθυμία), το φως και το αντίθετό του (σκοτάδι), τη σιωπή και το αντίθετό της (λόγος). Στην ποίηση τα αντιθετικά ζεύγη συνυπάρχουν έστω κι αν δεν δηλώνονται. Αν δοκιμάσουμε να τα ορίσουμε διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής ήδη θα έχουμε επιχειρήσει ουσιαστική κατάβαση στον κόσμο της ανάγνωσης.
Έχουμε λοιπόν και στο χώρο των αντιθέτων: τυφλότητα /αλεξιθυμία/ σκοτάδι VS λόγος . Βρισκόμαστε λοιπόν στο χώρο της ουσιαστικής επικοινωνίας αλλά ταυτόχρονα και στην αδυναμία να την επιτύχουμε.
Παρατήρηση 4η με αφορμή τους ποιητικούς τρόπους
Ο Λάνταβος καθώς ωριμάζει γίνεται όσον αφορά τους λεκτικούς τρόπους ολοένα και πιο λιτός. Μόνο τέσσερις παρομοιώσεις[4] περιέχει η συλλογή κι αυτές δεν έρχονται ως επιδίωξη αναλογικής εικονοποιίας αλλά ως προληπτικοί τρόποι ιδεών.
Επίσης ελάχιστος ο τρόπος της μετωνυμίας. Δηλαδή χρησιμοποιεί ελάχιστα μια γλωσσική έκφραση που “παραπέμπει τυπικά, κυριολεκτικά, σε μια οντότητα”[5]. Οι λέξεις του δεν γίνονται –πλην ελαχίστων περιπτώσεων– οχήματα που επιτρέπουν να μετακομίζει σε άλλες σχετικές λεκτικές οντότητες και να αντικαθιστά τις πρώτες[6].
Συμπέρασμα: έχουμε να κάνουμε με ποίηση ιδεών και λεπτομερειακής καθαρότητας.
Παρατήρηση 5η με αφορμή την πρόταξη του ρήματος στον στίχο
poeticΗ ελληνική γλώσσα χαρακτηρίζεται από τη λεγόμενη συντακτική ελευθερία. Δηλαδή η σειρά των λέξεων δεν είναι δεδομένη όπως στα αγγλικά. Στην ποίηση του Λάνταβου παρατηρείται το φαινόμενο το ρήμα να τίθεται στην αρχή του στίχου. Μέτρησα -αν μέτρησα καλά- εκατόν είκοσι ένα στίχους που αρχίζουν με ρήμα. Αυτό και στατιστικά σημαίνει ότι ο ποιητής συνειδητά επιλέγει τη ρηματική εκφορά και την προτάσσει ως στοιχείο έμφασης της ποιητικής έκφρασης. Ας μην ξεχνάμε: το ρήμα δηλώνει ενέργεια, πάθος, χρόνο, πρόσωπο, διάθεση. Αυτό πρακτικά για τον αναγνώστη σημαίνει ότι το νόημα πυκνώνει στην έναρξη του στίχου, κι αυτό αποτελεί για όποιον απαγγέλλει έμμεση οδηγία να ανεβάζει τον τόνο στην αρχή, στο ρηματικό σύνολο.
Θα μείνω εδώ στη χώρα του Μωάβ·
δε γυρίζω πίσω σε μια γη αφίξεων -
είναι και τα φαντάσματα που με καλοσορίζουν.
Το νου σας στα ρήματα λοιπόν.
Παρατήρηση 6η με αφορμή την επανάληψη ρηματικών εκφράσεων
Η χρήση του ρήματος οδηγεί στην επιλογή της λεκτικής επανάληψης στο ίδιο ποίημα:
“ Θέλω να θυμάμαι, ...θέλω να θυμάμαι , ...θέλω να θυμάμαι ” (Θ'),
“ Επιστρέφω, ...επιστρέφω , επιστρέφω ” (ΙΓ'),
“ Είμαι... είμαι... είμαι...” (ΚΓ')
“ Ξέρω..., ξέρω..., ξέρω..., ξέρω... “ (ΚΗ')
Ή σε επαναλαμβανόμενες ρηματικές συντακτικές δομές: π.χ. βουλητικές προτάσεις εξαρτώμενες από το ρήμα “θέλω” ή “δεν θέλω”.
“ Θέλω να βλέπω, ...να μην αφήνω, ...να χάνομαι” (Ε).
Ήδη επισημάνθηκε από την Ελένη Χωρεάνθη[7] η λειτουργία της ποιητικής επανάληψης στη συλλογή του Λάνταβου. Επεσήμανε το «Θα μείνω εδώ». Μια στερεότυπη φράση που επαναλαμβάνεται συχνά αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα 28 (Α-ΚΗ) ολιγόστιχα ποιήματα”. Κι όντως αυτό ισχύει.
Η στερεότυπη φράση επανέρχεται στο σύνολο τής συλλογής 14 φορές, λειτουργεί ως ποιητική δήλωση μιας απόφασης που βασίζεται τελικά στην γνώση μέσα από τις βεβαιότητες που προσφέρει η ενδοσκόπηση και η ώριμη αυτογνωσία. Πρόκειται για δήλωση που πίσω της έχει να κάνει με λογής λογαριασμούς του ποιητή (ανοιχτούς και κλειστούς) και λειτουργεί ως έκφραση αποτρεπτική: δήλωση, απόφαση και ξόρκι μαζί.
Ο Λάνταβος και τα δαιμόνιά του.
Παρατήρηση 7η με αφορμή την επιλογή του ρηματικού χρόνου
Η επαναλαμβανόμενη φράση: “Θα μείνω εδώ” είναι μια διατύπωση σε στιγμιαίο μέλλοντα. Δε χρησιμοποιεί την διάρκεια του “Θα μένω εδώ”. Ο στιγμιαίος μέλλοντας έχει συγκεκριμένη διάρκεια, έχει δηλαδή ένα τέλος, γυμνό σαν το θάνατο. Ας προσέξουμε, γιατί είναι εκείνο το στοιχείο που δημιουργεί το υπαρξιακό υπόστρωμα της ποίησης του Λάνταβου που δεν είναι ευδιάκριτο με την πρώτη ματιά. Είναι εκείνο το στοιχείο που διαμορφώνει ακριβώς την ελεγειακή ένταση των ποιημάτων του:
Κι ας μη φανεί παράδοξο ή αντιφατικό που ένας άνθρωπος του λόγου καταφεύγει στη σιωπή.
Θα μείνω εδώ. Και θα σταθώ
μ’ ευλάβεια στη βροχή
λούζοντας την ψυχή μου στη δροσιά της.
- Όσο ο άντρας μεγαλώνει
και στρέφει το βλέμμα του εντός του
ανακαλύπτει ότι στη γέννησή του επιστρέφει.
– Θα μείνω εδώ. Εδώ είναι ο δικός μου κόσμος,
που πάντα έχει αύριο
αν και το αύριο καθημερινά πεθαίνει.
– Θα μείνω. Ασκώντας μόνο το δικαίωμα
της ήρεμης συνείδησης (ΙΕ, σελ. 25).
Παρατήρηση 8η με αφορμή το ποιητική γεωγραφία της συλλογής
Στην ποιητική γεωγραφία του Λάνταβου υπάρχουν δύο τόποι: η χώρα του Μωάβ που ταυτίζεται με το “εδώ/τώρα” (με το υπάρχον και το καθημερινό), και η χώρα του “εκεί/αύριο”, χώρα της Επιθυμίας, (μια γη της επαγγελίας στην οποία ο ποιητής δεν θα φτάσει ποτέ).
Η σχέση των δύο τόπων δεν είναι αντιθετική. Είναι συμπληρωματική. Η πρώτη, η “χώρα του εδώ”, δίνει το υλικό[8] για να χτίζεται η δεύτερη. Έτσι εξηγείται η επίμονη απόφανση: “Θα μείνω εδώ”. Πρόκειται για μια ηθελημένη παραμονή επειδή η ζωή τον τροφοδοτεί με την ομορφιά, την αγάπη, την απόρριψη, την απόγνωση, τη ματαίωση...
Κάθε μέρα μ' εξοντώνει -
αλλά ανυπομονώ να ζήσω την επόμενη. (ΙΖ΄)
Συνεπώς άλλος δρόμος δεν υπάρχει παρά η επιμονή αφού:
Δεν είναι μάταιο το παιγνίδι
όσο οι δρόμοι ανθίζουν απ' αγάπη,
όσο η ψυχή από έρωτα μεθάει. (ΙΘ΄)
αφού:
Θέλω να βλέπω όλη την εικόνα
όλα τα χρώματα του κόσμου (Ε΄)
Η παραμονή στη χώρα του Μωάβ δίνει τη δυνατότητα της επίγνωσης και της αυτεπίγνωσης. Όσο προχωράει η διαδοχή των ποιημάτων τόσο πληθαίνουν γνωστικά ρήματα κι εκφράσεις για να καταστούν το κύριο νοηματικό όχημα στο τελευταίο ποίημα της συλλογής[9].
Ιδού η γνώση αλλά να και το τίμημα για να την απόκτησεις!
Παρατήρηση 9η με αφορμή τον τρόπο της επίγνωσης
Η κατάκτηση της επίγνωσης γίνεται με ένα και μόνο τρόπο: την εισαγωγή στη σιωπή.
Κι ας μη φανεί παράδοξο ή αντιφατικό που ένας άνθρωπος του λόγου καταφεύγει στη σιωπή. Ο Σεφέρης στη «Στέρνα» (1932), περιέλαβε ανάμεσα στις στροφές 21 και 22 πέντε σειρές με τελείες, μια ολόκληρη στροφή με αποσιωπητικά που, όπως εξήγησε στον Γ. Π. Σαββίδη (1987), το έκανε “επειδή του χρειαζόταν μια σιωπή πέντε στίχων”. Κι ας μην αναφερθούμε στα “χάσματα” του Σολωμού που έχουν την ίδια σημασία με τους στίχους του.
Η συλλογή του Λάνταβου είναι τελικά μια μελέτη πάνω στη χρήση της σιωπής. Ο Λάνταβος αναζητά στιγμές από αυτές που η Βιρτζίνια Γουλφ αποκάλεσε “στιγμές ύπαρξης”, οι οποίες ξεχωρίζουν από “το βαμβάκι της καθημερινότητας”. Έτσι η σιωπή γίνεται το υποκείμενο του ποιητικού λόγου:
Όταν οι άνθρωποι σιωπούν
τ΄ανείπωτα υφαίνουν τ΄ονειρο της στιγμής (ΚΑ΄)
Ξέρω πως η σιωπή μιλάει (ΚΗ΄)[10]
Θα μείνω και θα μπω στη σιωπή (ΙΗ΄)
 
Και -τελειώνοντας- να θυμίσω ένα στίχο του Νίκου Καρούζου:
“μονάχα η σιγή μιλιέται”.[11]

Θωμάς Ψύρρας

Αναδημοσίευση από Bookpress
 

Τα ευτελή και τα σπουδαία
Κώστας Λάνταβος
Αρμός 2013
Σελ. 40, τιμή € 8,00

Δείτε το βιβλίο εδώ












 
 
 [1] Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο πλόκαμος της Αλταμίρας, 3 (1936-7), Ενδοχώρα (1934-1937): Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ' άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.
[2] Παράφραση του στίχου του Ε. Χ. Γονατά: “ Ὑπομονή. Θὰ πήξει τὸ δάκρυ, θὰ γίνει νησί.” (Ε. Χ. Γονατάς, Ανασκαφή, «νθολογία Νεοελληνικς Ποίησης», Σπύρου Κοκκίνη 6η ἔκδ, Ἔκδ. Ι.Δ. Κολλάρου & ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι 2000).
[3] “πήζει το μελάνι” Από στίχο του Αλέκου Παναγούλη, “Διεύθυνσή μου” , “Vi scrivo da un carcere in Grecia”, 1974 
[4] Σαν να ‘ναι η μόνη δόξα μου / η σύνοψη της μέσα μου πληρότητας (Ζ') 
Συνεπής σαν τον ερχομό των εποχών (Θ') 
και σαν ρομφαία διανοίγει τη στιγμή (Ι') 
και ενώ είμαι γυμνός σαν θάνατος (ΙΖ') 
[5] Γ. Βελούδης, Η σημασία πριν, κατά και μετά τη γλώσσα. Αθήνα, εκδ. Κριτική 2005β. 
[6] Είναι αξιοσημείωτη η χρήση της μετωνυμίας σε καταστάσεις που σχετίζονται με τον ύπνο και το όνειρο. Ίσως γιατί εκεί είναι “ευκολότερη” η μετακίνηση από τον τόπο του Μωαβ στην ποθητή Γη της Επαγγελίας. Δύο τρία παραδείγματα : ξαγρυπνούν οι νύχτες (Β'), άγρυπνος ύπνος ενεδρεύει (Ζ'), δεξίωση ονείρων (Θ'). 
[7] Ελένη Χωρεάνθη, κριτική για “Τα Ευτελή και τα Σπουδαία” στο diastixo.gr , 10 Ιουλίου 2013. 
[8] ενδεικτικά: 
Κάθε πρωί θα βγαίνω στον ήλιο πρώτος
αδημονώντας να συναντηθώ
με την καινούργια μέρα (Α΄)
Σε οργασμό η Άνοιξη
προστάζει να της αφεθώ (Β' )
Η θάλασσα είναι ανεξάντλητη
και η παραίτηση δεν χωράει μέσα μου (ΙΑ΄)
Κάθομαι εδώ καταμεσής στον κάμπο,
όπου ο ήχος απ' τη θάλασσα δεν φτάνει (ΙΣΤ΄)
[9] Στο ποίημα ΚΗ΄ :
 Ξέρω τη θλίψη της μέρας ...
 ξέρω την αγωνία της γης...
 ξέρω πως η σιωπή μιλάει...
 ξέρω να δέχομαι...
 [10] Εδώ μπορείτε να αφουγκραστείτε ένα κλασσικό μουσικό κομμάτι των Simon & Garfunkel, το «The Sound of Silence».
 [11] Νίκος Καρούζος, «Αντι-νεφέλωμα», Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος.

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Πίστομα



 Θεοτόκης Kωνσταντίνος

      Όταν ύστερα από την αναρχία πού'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης.
Ο Ποιητής Ηλίας Κεφάλας και η Φιλόλογος Γεωργία Κολοβελώνη στο Βιβλιοπωλείο Κηρήθρες διαβάζοντας κείμενα- αριστουργήματα της Ελληνικής Λογοτεχνίας.
      Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.
      O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε.
      Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.
      Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε:
      "Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;"
      T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας.
      "Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θά'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία."
      Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε:
      "Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!"
      Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα.
      Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε.
      "Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."
      "Tον σκότωσες!"
      Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε.
      Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
      Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο.
      Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε.
      Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του:
      "Bάλ'το πίστομα μέσα".



(από τα Διηγήματα [Kορφιάτικες ιστορίες], Kείμενα 1982)

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Σήμερα πεθαίνει ο φασισμός



Γιάνης Ρίτσος


Η Πόρτα του Πολυτεχνείου


Πάνω σε τούτη την πεσμένη πόρτα δώσαμε ξανά τον όρκο -
όρκο της νιότης, της ζωής, της λευτεριάς,
όρκο του ονείρου και της πράξης.



Μανώλης Αναγνωστάκης



Φοβάμαι

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου 'κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.



Το ποίημα «Φοβάμαι» γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1983 και δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αυγή.


*Περιλαμβάνεται στην ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου 1973 στη λογοτεχνία» των εκδόσεων Μεταίχμιο.

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Το καλύτερο σχολείο στον κόσμο



Του Σωτήρη Βανδώρου


"Σ’ αυτή τη μικρή σκανδιναβική χώρα επιμένουν να καλλιεργούν στο σχολείο τη συνεργασία, αντί για τον ανταγωνισμό, να συγκροτούν ένα χαλαρό περιβάλλον μάθησης, αντί να δίνουν προτεραιότητα στις εξετάσεις, να αδιαφορούν για κάθε είδους τυποποίηση και να μην αξιολογούν τους εκπαιδευτικούς ούτε να εξαρτούν τη χρηματοδότηση των σχολείων από τις επιδόσεις των μαθητών."




Αρχές δεκαετίας του ’90. Η φινλανδή υπουργός Παιδείας επισκέπτεται τον Σουηδό ομόλογό της ο οποίος θα της πει ότι μέχρι το 2000 το σουηδικό εκπαιδευτικό σύστημα θα βρισκόταν στην κορυφή του κόσμου. Εκείνη θα του απαντήσει πως ο στόχος της δικής της χώρας είναι πολύ πιο μετριοπαθής. Της αρκεί να βρεθεί μπροστά από τη Σουηδία. Πράγματι, βάσει όλων των διεθνώς αποδεκτών κριτηρίων, μέσα σε λίγα χρόνια η Φινλανδία ξεπέρασε τη Σουηδία. Παρεμπιπτόντως, στους περισσότερους κρίσιμους δείκτες κατέκτησε κι εξακολουθεί να κατέχει την πρώτη θέση παγκοσμίως!

Εάν ενδιαφέρει και την Ελλάδα η περίπτωση της σκανδιναβικής χώρας δεν είναι επειδή το εκπαιδευτικό της σύστημα, με έμφαση στο σχολείο, έχει καταστεί αντικείμενο συστηματικής μελέτης από όλες τις χώρες που αποδίδουν αξία στην παιδεία, δεν είναι επειδή πρόκειται για μια μικρή ευρωπαϊκή χώρα· είναι επειδή πρόκειται για μια μικρή ευρωπαϊκή χώρα που αντιμετώπισε πολύ σοβαρή οικονομική κρίση το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90 και παρ’ όλα αυτά, ή ακριβέστερα, επιχειρώντας να την ξεπεράσει, δημιούργησε ένα αξιοζήλευτο εκπαιδευτικό πρότυπο.

Bεβαίως, δεν υπάρχει κάποια «μαγική» φινλανδική φόρμουλα την οποία απλώς μπορούμε να αντιγράψουμε. Έτσι κι αλλιώς αρκετά στοιχεία της δικής της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης για αντικειμενικούς λόγους δεν είναι είτε επιθυμητό είτε εφικτό να υιοθετήσουμε. Άλλωστε, αν κάτι κάνει τόσο ξεχωριστή την επιτυχία των Φινλανδών είναι ότι αγνόησαν ορισμένες από τις χαρακτηριστικότερες επιταγές μιας εκπαιδευτικής ορθοδοξίας που έχει διαμορφωθεί διεθνώς κι αντ’ αυτού λειτούργησαν με πνεύμα εκλεκτισμού, συναρθρώνοντας στοιχεία που είχαν ήδη και χρειάζονταν ενίσχυση ή αναπροσαρμογή με στοιχεία που υπήρχαν σε άλλα εκπαιδευτικά συστήματα, τα οποία ωστόσο εισήγαγαν στο δικό τους με πολύ στοχευμένους και προσεκτικούς χειρισμούς.

Συνεργασία & χαλαρό περιβάλλον

Σ’ αυτή τη μικρή σκανδιναβική χώρα επιμένουν να καλλιεργούν στο σχολείο τη συνεργασία, αντί για τον ανταγωνισμό, να συγκροτούν ένα χαλαρό περιβάλλον μάθησης, αντί να δίνουν προτεραιότητα στις εξετάσεις, να αδιαφορούν για κάθε είδους τυποποίηση και να μην αξιολογούν τους εκπαιδευτικούς ούτε να εξαρτούν τη χρηματοδότηση των σχολείων από τις επιδόσεις των μαθητών. Και, βέβαια, δεν μπήκαν στον πειρασμό των ιδιωτικοποιήσεων. Η εκπαίδευση θεωρείται, αυτονόητα, δημόσιο αγαθό. Το 97,5% των πόρων που διατίθενται για αυτήν είναι δημόσιοι. Ως αποτέλεσμα, η Φινλανδία διαθέτει τους πιο μορφωμένους πολίτες στον κόσμο, παρέχει ίσες ευκαιρίες μόρφωσης κι αξιοποιεί με μεγάλη αποτελεσματικότητα τους σχετικούς πόρους.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια συναρπαστική ιστορία. Και μας αφορά –πώς συγκροτείται η δημόσια πολιτική, πώς εμπλέκεται ενεργά η ίδια η εκπαιδευτική κοινότητα, πώς δημιουργείται ευρεία κοινωνική συναίνεση ως προς τους στόχους και τις μεθόδους κ.ο.κ.– ιδίως καθώς στη δική μας περίπτωση η πιο γνωστή και σημαντική μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση εξακολουθεί να είναι «η μεταρρύθμιση που δεν έγινε» (κατά την ομότιτλη κλασική μελέτη του Αλέξη Δημαρά). Αυτή την ιστορία αφηγείται στα Φινλανδικά Μαθήματα ο Pasi Sahlberg, μια σημαίνουσα προσωπικότητα της εκπαίδευσης στη χώρα του την οποία κι επί μακρόν υπηρετεί με διάφορες ιδιότητες. Και μας προειδοποιεί από τις πρώτες σελίδες: «Σε αυτή την εποχή των άμεσων αποτελεσμάτων, η εκπαίδευση απαιτεί μια διαφορετική νοοτροπία. Η μεταρρύθμιση των σχολείων αποτελεί μια σύνθετη και αργή διαδικασία. Η επίσπευση αυτής της διαδικασίας σημαίνει την καταστροφή της».

Αρχίζουν το σχολείο στα επτά τους, αφιερώνουν λιγότερο χρόνο στη μελέτη, παίζουν περισσότερο, αγχώνονται λιγότερο καθώς δίνουν ελάχιστες εξετάσεις στις οποίες εξίσου ελάχιστη σημασία αποδίδεται.
Εδώ δεν θα αναφερθούμε ούτε στην ιστορική εξέλιξη της φινλανδικής εκπαίδευσης, ούτε στις επιμέρους δομές της και συναφή ζητήματα ειδικότερου ενδιαφέροντος που αναλύει με μεθοδικό τρόπο ο συγγραφέας, αλλά θα επιμείνουμε στο βασικό πνεύμα της, στις αρχές στις οποίες θεμελιώνεται και στις αξίες που θέλει να μεταδώσει. Εάν επιθυμούσαμε να συμπυκνώσουμε τη γενική εικόνα εστιάζοντας στους μαθητές, η σύγκριση με τη χώρα μας θα ήταν αποκαρδιωτική. Οι Φινλανδοί αρχίζουν το σχολείο ένα χρόνο αργότερα, στα επτά τους, αφιερώνουν λιγότερο χρόνο στη μελέτη (περιττό να ειπωθεί: δεν ξέρουν τι θα πει φροντιστήριο) –κι επομένως παίζουν περισσότερο– αγχώνονται πολύ λιγότερο καθώς δίνουν ελάχιστες εξετάσεις στις οποίες εξίσου ελάχιστη σημασία αποδίδεται, μετέχουν ενεργητικά σε ένα ανοιχτό, διαδραστικό μαθησιακό περιβάλλον που δίνει έμφαση στη συνεργασία και τη δικαιοσύνη. Το σχολείο τους είναι ένα όμορφο, «ζεστό» περιβάλλον που υποβάλλει την αίσθηση της οικειότητας. Αφήνουν τα παπούτσια τους στην είσοδο και προσφωνούν τους δασκάλους τους με το μικρό τους όνομα. Τελικά μορφώνονται, με την ουσιαστική έννοια του όρου, ως άνθρωποι κι ως πολίτες, αλλά επιπλέον και «χρήσιμες» δεξιότητες αναπτύσσουν. Και στην Ελλάδα, πάντως, μπήκε στις ράγες, λέει, μια (ακόμη) μεταρρύθμιση του Λυκείου, η οποία βεβαίως-βεβαίως έχει και πάλι να κάνει με το αγαπημένο μας θέμα, δηλαδή τις εξετάσεις στο Λύκειο και τον τρόπο εισαγωγής στο πανεπιστήμιο. Εάν δεν το πήρατε χαμπάρι, ανατρέξτε στα μονόστηλα των εφημερίδων, πριν από κανά δίμηνο, όταν πέρασε ο σχετικός νόμος στη Βουλή.

Ας σοβαρευτούμε. Ένας θεμελιώδης παράγοντας της φινλανδικής επιτυχίας είναι –πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά;– οι εκπαιδευτικοί. Προσοχή όμως. Σύμφωνα τουλάχιστον με τον Sahlberg, το σημαντικότερο, για μια κοινωνία που στ’ αλήθεια μπορεί να συλλάβει ένα μεταρρυθμιστικό σχέδιο, δεν είναι η επιστημονική κατάρτιση των εκπαιδευτικών (που κι αυτή απαραίτητη συνθήκη είναι), αλλά «να εξασφαλίσουμε ότι η δουλειά τους στα σχολεία βασίζεται στην επαγγελματική αξιοπρέπεια και τον κοινωνικό σεβασμό ώστε να μπορούν να εκπληρώσουν το σκοπό να ακολουθήσουν τη διδασκαλία ως επάγγελμα ζωής». Αυτά δεν είναι λόγια του αέρα. Σύμφωνα με τις σχετικές έρευνες, για τους Φινλανδούς το επάγγελμα του δασκάλου είναι αυτό με το υψηλότερο κοινωνικό κύρος από κάθε άλλο! Για να γίνει κάποιος δάσκαλος θα πρέπει να φοιτήσει σε μια παιδαγωγική σχολή και κατόπιν οπωσδήποτε να κάνει ένα διετές μεταπτυχικό πρόγραμμα. Όντας δάσκαλος πια, δεν διδάσκει πολλές ώρες, αλλά αφιερώνει σημαντικό τμήμα του χρόνου του, από κοινού με τους συναδέλφους του, στο σχεδιασμό ή στην αποτίμηση του αναλυτικού προγράμματος και γενικότερα στο διαρκή αναστοχασμό κάθε πτυχής της εκπαιδευτικής διαδικασίας που, ευτυχώς, δεν ελέγχεται ασφυκτικά από το Υπουργείο Παιδείας (υπενθύμιση: άλλο δημόσιο αγαθό, άλλο κρατισμός).

Η περικοπή πόρων γίνεται σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος, λες και θέλουμε να ευτοεγκλωβιστούμε σε ένα μοντέλο χαμηλού εργασιακού κόστους.
Η σύγκριση με αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα είναι συντριπτική. Η καταβαράθρωση του μισθού των εκπαιδευτικών έρχεται πια να συνδυαστεί –με τη διαθεσιμότητα και τα παρακολουθήματά της– με συνθήκες ακραίας επαγγελματικής ανασφάλειας και τη συνακόλουθη απαξίωση του επαγγέλματος την οποία παρακολουθεί ανήμπορη ή αδιάφορη μια κοινωνία που ανέκαθεν αντιμετώπιζε λίγο-πολύ εργαλειακά την εκπαίδευση (ως μέσο για επαγγελματική αποκατάσταση και κοινωνική άνοδο). Η συγκρουσιακή κατάσταση στην οποία λαμβάνουν χώρα οι όποιες αλλαγές πλήττουν ακόμη περισσότερο την έτσι κι αλλιώς χαμηλή εμπιστοσύνη που χαρακτηρίζει τις κοινωνικές ομάδες μεταξύ τους και βεβαίως με το κράτος. Το κοινωνικό κόστος που θα έχει αυτή η διαλυτική κατάσταση θα φανερωθεί στην πληρότητά του στο μέλλον. Προφανώς, το ίδιο πράγμα απεικονίζεται στα καλοσχεδιασμένα powerpoint των σοφών τεχνοκρατών της τρόικας ως εξοικονόμηση κι εξορθολογισμός.

Στην πιθανή ένσταση ότι ένα κράτος υπό χρεοκοπία δεν έχει πολλά περιθώρια, ακόμη κι ένα αμιγώς οικονομικίστικο σκεπτικό αν ακολουθήσουμε, η απάντηση έρχεται και πάλι από την Φινλανδία. Όταν τη δεκαετία του ’90 χτυπήθηκε από την κρίση (ανεργία 20%, μείωση ΑΕΠ 13%, υψηλό δημόσιο χρέος, κλυδωνισμός τραπεζικού συστήματος) η κοινωνία αντέδρασε με σύνεση, αυτοπεποίθηση και συναίνεση κι επέλεξε να αλλάξει οικονομικό μοντέλο: από την ξυλεία και την παραδοσιακή βιομηχανία έδωσε πια έμφαση στην τεχνολογία και την καινοτομία (π.χ. Nokia), που θα πει έδωσε μέγιστη προτεραιότητα στην εκπαίδευση και την έρευνα, αυξάνοντας τους σχετικούς πόρους (και βεβαίως επανασχεδιάζοντας την κατανομή τους), την ίδια στιγμή που έκανε δραματικές περικοπές αλλού. «Η εκπαίδευση θεωρήθηκε απαραίτητη επένδυση –όχι απλώς δαπάνη– για να βοηθήσει στην ανάπτυξη της καινοτομίας παίζοντας το ρόλο του τρίτου παράγοντα στο φινλανδικό τρίγωνο της γνώσης και της καινοτομίας». Εμείς κάνουμε το αντίστροφο: η περικοπή των πόρων γίνεται κατεξοχήν σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος και στην επιστημονική έρευνα, λες και θέλουμε να ευτοεγκλωβιστούμε σε ένα μοντέλο χαμηλού εργασιακού κόστους, χαμηλής ειδίκευσης κι αμορφωσιάς. Όσο περισσότερο συνεχίζουμε σ’ αυτή την κατεύθυνση, τόσο πιο πιθανό γίνεται κάποια στιγμή να γραφτούν τα Ελληνικά μαθήματα. Μαντεύετε το περιεχόμενό τους.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΒΑΝΔΩΡΟΣ


Πηγή: Bookpress







Δείτε εδώ περισσότερα


Τίτλος:Φινλανδικά μαθήματα
Τι μπορεί να μάθει ο κόσμος από την εκπαιδευτική αλλαγή στη Φινλανδία;
Συγγραφέας:Sahlberg, Pasi
Εκδότης:Επίκεντρο
Κατηγορία:1. Εκπαιδευτική πολιτική
ISBN:960-458-366-2
Έτος Έκδοσης:2013
Σελίδες:329
Συντελεστές:Sahlberg, Pasi, (Συγγραφέας) Κοτσυφού, Ελένη, (Μεταφραστής)
Τιμή Εκδότη:23,00 €
Τιμή ΚΗΡΗΘΡΕΣ:23,00 €


Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Το γέλιο σου, Pablo Neruda


''Πάρε μου το ψωμί, αν θες,
πάρε μου τον αγέρα, μα
μη μου παίρνεις το γέλιο σου.''

 


Το γέλιο σου


Πάρε μου το ψωμί, αν θες,
πάρε μου τον αγέρα, μα

μη μου παίρνεις το γέλιο σου.

Μη μου παίρνεις το ρόδο,
τη λόγχη που τινάζεις,
το νερό που ξάφνου
χυμά απ’ τη χαρά σου,
το απότομο κύμα
το ασήμι που γεννάς.
Είναι σκληρός ο αγώνας μου και γυρνώ
με μάτια κουρασμένα
θωρώντας κάποτε
τη γη που δεν αλλάζει,
μα έρχεται το γέλιο σου
αναθρώσκωντας στον ουρανό γυρεύοντάς με
και μου ανοίγει τις πόρτες
όλες της ζωής.
Αγάπη μου, στις πιο μαύρες
ώρες μου τινάζεται
το γέλιο σου, κι όταν ξάφνου
δεις το αίμα μου
να λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου,
γέλα, γιατί το γέλιο σου
θα ‘ναι στα χέρια μου
σα δροσερό σπαθί.
Δίπλα στη θάλασσα του φθινοπώρου,
το γέλιο σου ας αναβρύσει
σα σιντριβάνι, όλο αφρό
και την άνοιξη, αγάπη,
θέλω το γέλιο σου σαν
τον ανθό που πρόσμενα,
τον γαλανό ανθό, το ρόδο
της βουερής πατρίδας μου.
Γέλα στη νύχτα,
στη μέρα στο φεγγάρι,
γέλα στις στριφτές
στράτες του νησιού,
γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο
αγόρι που σ’ αγαπά,
μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω,
όταν τα βήματά μου φεύγουν,
όταν γυρνούν τα βήματά μου,
αρνήσου με το ψωμί, τον αγέρα,
το φως, την άνοιξη,
μα ποτέ το γέλιο σου
γιατί θα πεθάνω.
Πάρε μου το ψωμί, αν θες,
πάρε μου τον αγέρα, μα
μη μου παίρνεις το γέλιο σου.
Μη μου παίρνεις το ρόδο,
τη λόγχη που τινάζεις,
το νερό που ξάφνου
χυμά απ’ τη χαρά σου,
το απότομο κύμα
το ασήμι που γεννάς.
Είναι σκληρός ο αγώνας μου και γυρνώ
με μάτια κουρασμένα
θωρώντας κάποτε
τη γη που δεν αλλάζει,
μα έρχεται το γέλιο σου
αναθρώσκωντας στον ουρανό γυρεύοντάς με
και μου ανοίγει τις πόρτες
όλες της ζωής.
Αγάπη μου, στις πιο μαύρες
ώρες μου τινάζεται
το γέλιο σου, κι όταν ξάφνου
δεις το αίμα μου
να λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου,
γέλα, γιατί το γέλιο σου
θα ‘ναι στα χέρια μου
σα δροσερό σπαθί.
Δίπλα στη θάλασσα του φθινοπώρου,
το γέλιο σου ας αναβρύσει
σα σιντριβάνι, όλο αφρό
και την άνοιξη, αγάπη,
θέλω το γέλιο σου σαν
τον ανθό που πρόσμενα,
τον γαλανό ανθό, το ρόδο
της βουερής πατρίδας μου.
Γέλα στη νύχτα,
στη μέρα στο φεγγάρι,
γέλα στις στριφτές
στράτες του νησιού,
γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο
αγόρι που σ’ αγαπά,
μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω,
όταν τα βήματά μου φεύγουν,
όταν γυρνούν τα βήματά μου,
αρνήσου με το ψωμί, τον αγέρα,
το φως, την άνοιξη,
μα ποτέ το γέλιο σου
γιατί θα πεθάνω.

Pablo Neruda

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Ανέκδοτα ποιήματα του Γιαννη Ρίτσου


Από τον Κέδρο , τον Νοέμβρη

"Πριν από εσένα ήσουν εσύ;/ Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας./ Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα/ τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι/ μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;». Έτσι/ πέταξα το ποτήρι απ΄το παράθυρο./ Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο: «υπάρχουμε»."



Δέκα άγνωστα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου φέρνει στο φως το ΑΠΕ-ΜΠΕ, με αποκλειστική προδημοσίευση από την ανέκδοτη συλλογή του μεγάλου ποιητή «Το Υπερώον», που κυκλοφορεί τον Νοέμβριο από τον εκδοτικό οίκο Κέδρος. Είναι 72 ολιγόστιχα πεζόμορφα ποιητικά, στο πολυτονικό σύστημα, που γράφτηκαν το 1985.
Πρόκειται για μία ακόμη αποδέσμευση δημιουργημάτων του Ρίτσου, έχοντας την έγκριση της κόρης του Έρης, αποδέσμευση από το απέραντο ωκεανό ποιημάτων του ανθρώπου ο οποίος δεν δίσταζε να γράφει αενάως, αδιαφορώντας για τους επικριτές αυτής της πληθωρικής ή και «πληθωριστικής» -κατ” άλλους- επιμονής του.
Άλλωστε, ήδη από το 1977, στο πεζοποίημα «Το τερατώδες Αριστούργημα», ένα έργο εκπληκτικού μοντερνισμού ελληνικής προέλευσης, έχει απαντήσει ευθέως : «…και μ” ακοντίζανε οι νωθροί τις κατηγορίες του κομπογιαννίτη και του πολυγράφου κι από κοντά τους με σεγκοντάριζαν γαυγίζοντας τα σκυλιά της Ασφάλειας, όμως εγώ χαμογελούσα κι” έκρυβα κάτω απ΄το κρεβάτι μου τα εννιά μου χιλιάδες περιστέρια … γονάτιζα στο χώμα και έπλενα στοργικά τα πόδια των εκτελεσμένων».
Τα πρωτοφανέρωτα υπερώα ποιήματα είναι γραμμένα κυρίως με μια υπαρξιακή υπερ- οπτική, χωρίς βέβαια να αποξενώνονται από τον αγωνιστικό μύθο, ο οποίος όμως ενυπάρχει ως αχλή και ως μοτίβο.
Από θεματική και μορφική όψη αντιστοιχούν στο κλίμα των ποιητικών εγκολπίων «Μαρτυρίες» (1966) και «Λοιπόν;» (1978), όπου η ελλειπτικότητα έχει δώσει τη θέση της στην υψηλόφρονα διατύπωση του επαναστατικού οίστρου, η οποία κυριαρχεί στα στρατευμένα έργα του.
Από το «Υπερώον» του, από το υπερυψωμένο δώμα του, από τον πανοπτικό του εξώστη, «ο ποιητής της Ρωμιοσύνης» μετεξελίσσεται σε ποιητή της εσωτερικότητας, παρατηρώντας τα συμβάντα του καθημερινού βίου, διαλεγόμενος με το αίνιγμα, το μυστήριο, το χρόνο, τα πρόσωπα, τα προσωπεία, τη φθορά, τον έρωτα, το θάνατο.
Με ομιλία κρυπτική, με γοητευτικά μισόλογα, με θρυμματισμένα νοήματα -όπως κάποιος που δεν θέλει να προδώσει τα αθέατα και σου μιλάει με τα μάτια- ο Ρίτσος οδηγεί τον λάτρη της ποίησης στην απόλαυση. Ακόμη και αν -ενίοτε- η αφήγηση και τα σύμβολα είναι προβλέψιμα, ακόμη και αν η εξέλιξη δείχνει αναμενόμενη, η περιεκτικότητα και η συμπύκνωση της γραφής του αποτελούν αναμέτρηση του Ρίτσου με τον εαυτό του, συνιστώντας την καλύτερη απάντηση σε όσους μένουν μόνο στον ποιητή των μακροπερίοδων συνθέσεων.
Μιλάμε για μικροσημειώματα μεγάλων ψυχικών εικονογραφήσεων, σκιαγραφήσεις αντιηρωϊκών καταστάσεων, έντεχνες αποσιωπήσεις, ζωγραφική λέξεων άλλοτε στο όλον φως και άλλοτε στο τρεμάμενο ημίφως, για στιγμιότυπα από το σκληρό αστικό πεδίο αλλά και το υπονοούμενο εφηβικό Μονεμβασιώτικο τοπίο. Ποιήματα -πεζολογικά ορισμένες φορές- όμως γεμάτα με αντικείμενα μνήμης και βιώματος. Με τους καθρέφτες, τις οπλές των αλόγων, τις αξίνες και τη λάμπα, αλλά και το ασανσέρ, το φαρμακείο, την πολυκατοικία, την εφημερίδα, τον τροχονόμο -λέξεις ενσωματωμένες ως παραστατική κυριολεξία αλλά και ως συμβολισμός.
Και βέβαια, εκεί που η διήγηση βαδίζει χρονικά ευθύγραμμα, ιδού η υπέρβαση του χρόνου, με την εμφάνιση στο ποίημα προσώπων από τους αρχαίους μύθους, με παρόντα τον Αχιλλέα και παρούσα την Άρτεμη.
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Μιλούσε για μυστικές αρτηρίες, / για σιωπηλά εφόδια,/ για κείνο το ανάλαφρο βάρος στις πλάτες/ όταν η Μαρία λύνει την ποδιά της και κοιτάει απ΄το παράθυρο,/ όταν δύο νέοι εμπορεύονται στο πεζοδρόμιο/ λαθραία υφάσματα,/ όταν ο Λαοδίκης στον εξώστη, με ριγέ πιτζάμες,/ κλείνει τα μάτια του στο μέγα φως,/ κι η θάλασσα μας πλησιάζει/ όλους ανεξαιρέτως/ διδακτική, αμερόληπτη, αμνησίκακη.

Ο ΩΡΑΙΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φθηνότερα λόγια./ Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε./ Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε./ Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα./ Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου/ μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι/ στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,/ φορώντας τις λευκές σου μπότες.

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΟ

Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες/ διαδοχικές αναιρέσεις, σφαλερές διαισθήσεις./ Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο./ Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο/ πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα. / Η νύχτα/ διαστέλλονταν πάνω απ΄την πόλη./ Κι εσύ/ απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,/ έχοντας μόνο άλλοθι το άστρο.

ΧΩΡΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΑΤΩΝ

Πίσω απ΄τη μάντρα, σπασμένα γυαλιά,/ σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,/ τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες, / πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσά τους/ ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,/ σαν άστρο παραμελημένο,/ έχει αναλάβει να πληρώσει όλα τα σπασμένα./ Μαζί κι εγώ.

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ

Πριν από εσένα ήσουν εσύ;/ Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας./ Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα/ τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι/ μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;». Έτσι/ πέταξα το ποτήρι απ΄το παράθυρο./ Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο: «υπάρχουμε».

ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ

Τα πιο πολλά, τα πιο ωραία,/ τα΄δες απ΄την κλειδαρότρυπα- λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα/ και μέσα στα παπούτσια σου. / Καλύτερα λοιπόν/ να περπατάς ξυπόλητος/ μη σ΄ακούσουν.

ΤΟ ΑΔΙΑΒΑΤΟ

Άνθρωποι ριψοκίνδυνοι ήταν./ Δεν το περηφανεύονταν ωστόσο./ Έσπασε το θερμόμετρο,/ ο υδράργυρος σκόρπισε./ Σαν φτάσαμε στα σύνορα/ μας σταμάτησαν./ Τα ψεύτικα διαβατήρια / ήταν έγκυρα./ Εμείς δεν περάσαμε.

ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΡΚΟ

Στη μικρή λίμνη τα χρυσόψαρα κι ένας κύκνος./ Στο παγκάκι η Περσεφόνη σταυροπόδι. Τα γόνατά της / λάμπουν ωραία. Όμως, προπάντων, αυτός ο κύκνος ακριβώς ήταν το επιχείρημα σου/ να συνεχίσεις να γράφεις μετά θάνατον.


ΥΑΛΟΥΡΓΕΙΑ

Οι φούρνοι των υαλουργείων. Φλόγες, διαθλάσεις,/ κρυστάλλινες μορφές, αγαλμάτια, δοχεία./ Το σώμα της Άρτεμης διάφανο,/ ο κλόουν, ο υπνοβάτης, η θλιμμένη χελώνα,/ τα δίδυμα άλογα. Σχήματα οικεία-/ μακρινές μνήμες επιστρέφοντας στον εαυτό τους, / πραγματωμένη διαφάνεια. Πρόσεχε- είπε- /αχ, η ονειρεμένη, η εύθραυστη, διαψευσμένη, / η προδοτική.


Τ΄ΑΣΠΡΑ ΒΟΤΣΑΛΑ

Ετούτα τ΄άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι/ λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει/ από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν. Κανένας/ δεν υποπτεύεται με το ριψοκίνδυνες/ καταδύσεις τ΄ανέβασες. Με τι / στερήσεις κι αρνήσεις τ΄απέσπασες/ από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων. Γι΄αυτό/ λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια/ ν΄αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ/ να μην μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.


Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909 στη Μονεμβασιά Λακωνίας και πέθανε στις 11 Νοεμβρίου του 1990 στην Αθήνα. Πιστός στο όραμα μιας κομμουνιστικής κοινωνίας πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του σε φυλακές και εξορίες. Μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 τιμήθηκε ως ποιητής από όλους σχεδόν τους χώρους.
Σήμερα, 23 χρόνια μετά τον θάνατό του, στέκεται στο Υπερώο του και «διαβάζει» ένα μυριοστό, κάθε φορά, από το αποθησαυρισμένο έργο του. Έργο που, ποιος ξέρει για χρόνια, θα απασχολεί θαυμαστές και μη…


Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ