Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Αναζητώντας φως/Στο σκοτάδι/ Αντίδοτο στην ασχήμια /Η ομορφιά

Μύλος Ματσόπουλου
Όταν παλιά κτίρια αντέχουν στον χρόνο.
Κουβαλώντας ιστορία και πολιτισμό.
Όταν με φυσικά υλικά πλάθεις την ελπίδα.
Σήμερα μια πολιτιστική ανάσα.
Στο πάρκο Ματσόπουλου.
Χώροι που στεγάζουν Ό νειρα.







Ο Δημοτικός κινηματογράφος
Η θεατρική ομάδα
Φιλοξενία μικρών θεατρικών σχημάτων
Μουσικές συναυλίες
Ορχήστρα Τσιτσάνη
Το εργαστήρι ζωγραφικής
Ποιητικές και λογοτεχνικές βραδιές
Πολιτιστικά δρώμενενα.
Πρόβες για φτερουγίσματα του νου και της ψυχής.



Το τραίνο σηματοδοτεί αφίξεις και αναχωρήσεις
Πάνω απ'αυτές τις ράγες πέρασαν προσδοκίες και απογοητεύσεις
Ο σταθμός του τραίνου σημείο αναφοράς, όπως το λιμάνι.
Και το σφύριγμα η ώρα, πότε της ανατολής και πότε της δύσης.


Κουρσούμ Τζαμί.
Ανακαινίσθηκε τα τελευταία χρόνια
Αίθουσα ακουστικής μουστικής
Εκθεσιακός χώρος ζωγράφων και καλιτεχνών




Φθινοπωρινός δρόμος
δίπλα στο ποτάμι
πίσω απ' τις παλιές φυλακές.
Πίσω απ'το σκοτάδι κρύβεται το φως.
Πίσω απ΄τα σύννεφα ο ήλιος.
Το μέλλον ανήκει στο παρελθόν.



Μέσα στην ασχήμια αναζήτησα την ομορφιά
Μέσα στην ξέρα το νερό.
Προαιώνιο σύμβολο της ζωής
Η ροή των πάντων.


Ληθαίος ποταμός
Της λήθης τα καμώματα
Το μέλλον κυλάει ανάποδα.



Γ.Σεφέρη – όπου και να ταξιδέψω

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει
Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ' ακολουθούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
ως που να βρούμε τα νερά του βουνού.
Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες
μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή
μια σαϊτα τιναγμένη ξαφνικά
από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
και πλάγιασα μαζί τους
στο ξενοδοχείο της "Ωραίας Ελένης του Μενελάου"
χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάντρα
μ' έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο
με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.
Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε
πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
Ο ένας έρχεται από Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως "έρχεται εξ Ομονοίας"
"Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος" απαντά κι είν' ευχαριστημένος
"βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό".
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια
περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.
Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική
και δε βρίσκεται πουθενά
αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
κρατούν "σωσίτριχα" φωτογραφίζουνται
ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ' ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια
δέχουνταν το χέρι του γέρο φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες
που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του
όλα τα πετεινά τ' ουρανού.
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει
κι αν "ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς"
είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν
την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης
καμμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει
ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ' άσπρα και στα χρυσά.
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει
παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες...
το καράβι που ταξιδεύει το λένε - ΑΓΩΝΙΑ 937





Μια χούφτα περιστέρια
Φτερούγισαν μπροστά μου
Σαν παλιά όνειρα φώλιασαν
Στην ανάσα μου.



Το άσπρο, αντίδοτο στο μαύρο
Μόνος, μόνος
Υφαίνεις το παιχνίδι
Της ομορφιάς.




Παζλ της ροής.
Της εναλλαγής και του καιρού.
Και των στόχων
Μαζί.
Μέχρι την απεραντοσύνη
Της θάλασσας.



















Μικρός o καταράκτης
Μεγάλo τo πεθαμένo Ό νειρo.




Παιχνίδια του μυαλού


Πιό πολύ τη φύση αγάπησα
Ποτέ δεν μένει στάσιμη
Στο μάτι.
Αέναη διαρκώς.Ψηλώνει.


ΤΟ ΒΡΑΔΥ
     του Ηλία Κεφάλα

Πέφτει νωρίς το βράδυ.
Σιωπές, κίτρινα φύλλα και στάσιμα νερά
ναρκώνουν τον κάμπο.
Οι δρόμοι Έρημοι.
Στις εσοχές του ύπνου τα πουλιά
κρύβουν τον φόβο τους.
Άνθρωποι κουρασμένοι
δοκιμάζουν τις αντοχές τους
μέσα σε φευγαλέα όνειρα.

Πέφτει νωρίς το βράδυ
Τα χρόνια πάντα στον κατήφορο κυλούν .
Περπάτησα και ξαναπερπάτησα
χωρίς να φθάσω πουθενά.
Τόσο μόνος μέσα σε μιαν απέραντη επικράτεια
από μεγάλες σιωπές,
κίτρινα φύλλα
και στάσιμα νερά.

Πέφτει νωρίς το βράδυ.
Σε λίγο θα είναι μόνο βράδυ.






....η νύχτα έπεσε, οι δρόμοι χαθήκαν.



Ουτοπιστής





Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Δεν είναι λύση η σιωπή ή νυχτερινή διαδρομή μ' ένα CD.

Έρχονται μάχες μη δειλιάσεις
γίνε ο δρόμος να περάσεις
δεν είναι η σιωπή φωνή
φωνή είναι μόνο η φωνή.

στίχοι:Οδυσέας Ιωάννου




Παραφράζοντας τον τίτλο του τραγουδιού-Δεν είναι η σιωπή φωνή-δίνω μουσικό χρώμα στο αποψινό μου βράδυ, μέσα από μια ολοήμερη περιπλάνηση σε τίτλους και στίχους αγαπημένων παλιών cds. Ξεχασμέναστα ράφια και τα συρτάρια της βιβλιοθήκης. Άλλα φθαρμένα και άλλα ανέγγιχτα.
Είναι άλλο η μουσική στο youtube κι άλλο να ξεφυλλίζεις το μικρό βιβλιαράκι  με τους στίχους, τις φωτογραφίες και τους μουσικούς. Κλείνεις τα μάτια και ταξιδεύεις στις δικές σου εικόνες, στις ολοδικές σου θάλασσες.Είναι κάτι ανάλογο με αυτό που έλεγε ο Κάφκα για τη διαφορά ανάμεσα στο κείμενο και τον κινηματογράφο.Διαβάζεις ένα βιβλίο, πλάθεις τους δικούς σου ήρωες, ο σκηνοθέτης πλάθει τους δικούς του και καλά κάνει. Στον κινηματογράφο ακολουθείς, στο βιβλίο συνδημιουργείς.


Πάμε ξανά απ'την αρχή -απόψε -παρέα με τη φωνή της Ρίτας Αντωνοπούλου, τους στίχους του Οδυσσέα Ιωάννου και τη μουσική του Θάνου Μικρούτσικου. Ο δίσκος κυκλοφόρησε πριν τρία χρόνια Και οι τρεις σουδαίοι και αγαπημένοι. Κρατάω στα χέρια μου το cd , λες και το πήρα χθες. Ήταν οι Παρασκευές τ' απογευματα και το δισκορυχείο, τότε που μια βόλτα γινόταν ο γύρος του κόσμου....

''Πάμε ξανά απ΄την αρχή
πάμε να δούμε αν υπάρχει κάπου αλλού μια αρχή
αν έχει μείνει  Ο-υρανός''

                  

Πίσω μη μ' αφήνεις,-πάρε με μαζί σου σ' έναν καινούριο κόσμο, αυτόν που από παιδιά ονειρευτήκαμε.

''Ξανά, θα περπατήσουμε ξανά
μέσα από χρόνια ανοιχτά
όταν οι δρόμοι θα`χουν κλείσει.
Φωνές, γέλια, τραγούδια και γιορτές
οι ελπίδες όλες ζωντανές
κι όλοι θα έχουνε γυρίσει''


Πάντα θα κλαις τις Κυριακές- οι ίδιες αντοχές, πάλι η ίδια φυλακή, κόβω και ράβω στίχους του Ιωάννου στα μέτρα μου...Όταν σμίγουν οι στίχοι, η μουσική και η φωνή. Αυτό το κράμα σε απογειώνει, Αυτό κάνει, ένα καλό τραγούδι , σε κρατά απ'το χέρι  την ώρα που πας να πέσεις
, πάντα θα είμαι εδώ ...

''Κι αν σκοτείνιασες
κι άμα νομίζεις όλα πια τα έχεις χάσει
έλα, εγώ είμαι εδώ
σ' ορκίζομαι κι αυτό πως θα περάσει''


Και τι μ'αυτό-ε και τι έγινε λοιπόν....

''Και λοιπόν
και τι έγινε που οι άλλοι δεν περίμεναν
κι αν για μας
οι καινούριες μέρες τίποτα δε σήμαιναν
και τι μ` αυτό.''

Και λοιπόν .. Τι έγινε;
Οι φίλοι μας προχωρήσανε
έφτιαξαν μεγάλα σπίτια, πήραν μεγάλα αυτοκίνητα,
έβαλαν λεφτά στην άκρη για τα γεράματα,
σκέφτηκαν από νωρίς τα γεράματα,
όπως ο δημόσιος τη σύνταξη.
Ε και τι έγινε λοιπόν...
Εμείς έχουμε τα τραγούδια, έχουμε τα πουλιά
που δεν πρόλαβαν να ακούσουν..
Εμείς που μείναμε πίσω
είδαμε την πορεία τους
ανάμεσα σε στίχους ποιητών
και  σκοτωμένα πτώματα
από έναν αθέατο πόλεμο.
Τίποτα δεν σήμαιναν οι καινούριες μέρες για μας....


Θάρθουν μέρες- άγριες μέρες...

''Άλλαξε ο αέρας, το φως καθαρό
ήμουνα πέτρα και είμαι νερό
γίνομαι ένα με όλους μαζί
βλέπω να βγαίνουν οι πρώτοι καπνοί

Θα ρθουν μέρες
Άγριες μέρες
που οι αλήθειες θα σκίζουν σαν σφαίρες

Και οι νίκες
Άγιες νίκες
σαν μαχαίρια θα βγουν απ τις θήκες

Πάλι ανοίγει ο καιρός
άσπρα ρούχα και ήλιος ζεστός
μπαίνω μέσα σ αυτή τη γιορτή
φως τα χρόνια και γλύκα η ζωή.''

Και αν κάποτε  τα παιδιά μας, ψάξουν τα ίχνη μας
κάτι να βρούν
Κάτι κι από μας
Μια ιδέα, ένα συμβολο, μια αμυχή απ΄τον αγώνα
ένα βιβλίο, με τις σημειώσεις μας μέσα,
ένα τραγούδι, που μας άρεσε να τραγουδάμε..
Να βρουν έστω την αγάπη μας
Και πόσο αγαπήσαμε την ζωή..
Φαντάσου να πουν ότι ο μπαμπάς έλειπε σε δουλειές ...
Πάντα έλειπε στην τράπεζα...



Μια νίκη ...με μια ήττα...-ποιά η νίκη και ποιά η ήττα;



''Με μία νίκη δεν κερδίζει
με μία ήττα δεν ξοφλάς
με ένα "όχι" καθαρίζεις
με ένα "ναι" παντού χρωστάς''



Κάνε με πάλι να μπορώ- δείξε μου πάλι πως να θέλω....

Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Ρίτα Αντωνοπούλου


Πάλι δε βγαίνει η φωνή
και μες στα φώτα περισσεύω
νιώθω καλά μες στη σιωπή
στην ευτυχία κινδυνεύω.

Βλέπω μονάχα μια πλευρά
κι αυτή μου κόβει τον αέρα
πες μου πώς φτάνουν στη χαρά
πώς πάνε από`δώ πιο πέρα.

Κάνε με πάλι να μπορώ
δείξε μου πάλι πώς να θέλω
μη μου μαθαίνεις το σωστό
θέλω να θέλω,όχι να ξέρω.

Έζησα μόνο μια εκδοχή
κι όλα μισά τα έχω μάθει
αξίζω άλλη μια αρχή
αξίζω πάλι τα ίδια λάθη.


Κράτα ανοιχτή την αγκαλιά - και σε μια ώρα θα μαι πίσω...

Μόνο τα τραγούδια
Μόνο τα βιβλία
Μόνο τα σινεμά
Μόνο ένα στίχο εμείς θελήσαμε
Μόνο μια φέτα Ο υρανό
Μόνο αυτά ζητήσαμε


Ό- λα θα γίνουν-κάποτε..

Τότε που η γη θα βλαστήσει ένα Ο νειρο
Τότε που η έρημος θα  ξεδιψάσει
Τότε που ο άνθρωπος θα αναστηθεί
Πάλι.....



Πιτσιρικάς-μες απ'τα μάτια ενός πιτσιρικά...

Τότε που η αθώα ματιά θα γίνει Έρωτας
Έρωτας. Σαν στίχος του Λειβαδίτη...


Οι χαρτογράφοι-Ως εδώ κατάφερα να φτάσω ....

''Ως εδώ κατάφερα να φτάσω
πέρα από 'δω ο κόσμος είναι ξένος
ως εδώ ο δρόμος που θα γράψω
τόση εγώ , τόσος ο κόσμος ο δοσμένος.''




Εσωτερικοί μετανάστες- θα γίνουμε όλοι...

Ερήμωσε η χώρα
ούτε ένα Ο-νειρο
δεν ανθίζει...

Εμείς εγκυμονούμε τ' Ο νειρο
Η χώρα θα ξαναγεννηθεί
Οι καμένη γη θα χορταριάσει ξανά
Ένα κοπάδι γέλια θα απλωθούν πάλι στους κήπους
Ο φασισμός ποτέ δεν έβγαλε λουλούδια
Ο νεκρός θα αναστηθεί
Η μάνα θα δει τον γιό της, πάλι να χαμογελάει
Ο παππούς θα διηγείται πάλι στον εγγονό του, ένδοξες ιστορίες
για πολέμους
Οι ληστές κρεμασμένοι, θα περελαύνουν πάλι στις σελίδες μελλοντικών βιβλίων
Η ιστορία επαναλαμβάνεται....


Ουτοπιστής









Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Κάποια αστεία κι ένας επίλογος


Δυό ποιήματα του Μανώλη Αναγνωστάκη

Στ᾿ Ἀστεῖα Παίζαμε!



Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.
Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;
Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στὰ ψέματα παίζαμε!


Ἐπίλογος

Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός.
Τὸ πολὺ πολὺ νὰ τοὺς ἐκλάβεις σὰ δυὸ θαμποὺς
προβολεῖς μὲς στὴν ὁμίχλη
Σὰν ἕνα δελτάριο σὲ φίλους ποὺ λείπουν
μὲ τὴ μοναδικὴ λέξη: ζῶ.
«Γιατὶ» ὅπως πολὺ σωστὰ εἶπε κάποτε κι ὁ φίλος μου ὁ Τίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δὲν κινητοποιεῖ τὶς μᾶζες
κανένας στίχος σήμερα δὲν ἀνατρέπει καθεστῶτα.»

Μανώλης Αναγνωστάκης
Ἔστω.
Ἀνάπηρος, δεῖξε τὰ χέρια σου. Κρῖνε γιὰ νὰ κριθεῖς.



Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

Ο ασπρόμαυρος φωτογράφος της ιστορίας



Πέθανε ο φωτογράφος των απλών ανθρώπων.
Θα μείνουν πάντα όμως οι στιγμές που αποθανάτισε. Αιώνια.




''Οι φωτογραφίες του αιχμαλώτισαν το μόχθο και το χρόνο , αποτύπωσαν την πάλη και τον σεβασμό του ανθρώπου, ανέδειξαν τη μνήμη σε διαχρονικό συναίσθημα'' γράφει ο Λάζαρος Τσουμένης στην Έρευνα*1 .Η αφορμή που διαβάζω και ξαναβλέπω τις φορτωμένες με την ιστορία των τελευταίων εβδομήντα χρόνων της ταλαιπωρημένης και περήφανης χώρας μας.

Γεννήθηκε το 1920 στην Κυψέλη (Χώσεψη) της Άρτας.Κατέβηκε από μικρή ηλικία στην Αθήνα.



Το λόγο έχει ο Κώστας Μπαλάφας:

Γεννήθηκα σ’ ένα κακοτράχαλο ηπειρώτικο χωριό που λες πως και το ίδιο γεννήθηκε για αγώνες πρώτα με την ίδια τη φύση, για να μπορέσει να επιβιώσει στην κακοτράχαλη γη που γεννήθηκε. Και ένα μεγάλο μαράζι ήταν ο ξενιτεμός. Ξενιτεύτηκα νωρίς κι εγώ για λόγους βιοπορισμού, μόλις τέλειωσα το Δημοτικό —το τέλειωσα και δεν το τέλειωσα. Ήμουν τότε έντεκα χρονών και δούλευα σ’ ένα γαλακτοπωλείο. Πριν πιάσω τη μηχανή, είχα γράψει λίγα πράγματα με το μολύβι σ’ ένα μπλοκάκι, τα βιώματά μου. Επειδή έγραφα και για το αφεντικό μου πράγματα όχι τόσο ευχάριστα, μου σκίσανε το μπλοκάκι και στενοχωρήθηκα πολύ γι’ αυτό, γιατί είχα γενικά όλα μου τα βιώματα, πως έφυγα από το χωριό μου, πως κατέβηκα σε μια πολιτεία όπου είδα φώτα που δεν τα έσβηνε η βροχή και ο αέρας, πως, τέλος πάντων, μπόρεσα να βοηθήσω τον εαυτό μου και την οικογένειά μου. Στο αφεντικό μου αυτό είχαν έρθει κάτι συγγενείς του από την Αμερική, ομογενείς, και θεώρησε υποχρέωσή του να τους ξεναγήσει σε διάφορα μέρη. Μια μέρα σκέφτηκαν να ανέβουν στην Πάρνηθα• είπανε, μάλιστα, να πάρουν και μιαν αναμνηστική φωτογραφία. Τότε ήταν τα κουτάκια αυτά τα Brownie της Kodak που στοίχιζαν πολύ φτηνά, ήταν εύκολα στη χρήση, γιατί είχαν aplanar φακό και δεν είχε απαιτήσεις για ειδικούς χειρισμούς. Κάποιος Θα έπρεπε όμως να κρατάει αυτό το κουτί για να φωτογραφηθούν αυτοί, και αγγάρεψαν έμένα. Όταν είδα εγώ ότι αυτό που βλέπω μπροστά μου μπορώ να το αποτυπώσω στο χαρτί, με μάγεψε και είπα «ένα τέτοιο εργαλείο θα’ θελα για να αποτυπώσω τα βιώματά μου και να καταχωρίσω τους ανθρώπους που έζησα και μόχθησα μαζί τους, που έζησα χαρές και λύπες. Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου κάποτε, ώστε με ένα ρολόι και λίγες οικονομίες να αποκτήσω μια μηχανούλα. Ήταν μια junior Kodak με 7.7 φακό. Μετά από αυτό αγόρασα μιαν άλλη• πουλώντας τη μηχανή αυτή και πάλι με κάτι οικονομίες πήρα μια Robot. Με τη Robot και μ’ ένα φιλμ που έπεσε κυριολεκτικά από τον ουρανό, μέσα σ’ ένα βομβαρδιστικό ιταλικό που το ‘ριξαν τα αντιαεροπορικά μέσ’ τα Γιάννενα, κατάφερα να συνεχίσω• έκοβα κομματάκια, γέμιζα τις μπομπίνες κι έτσι φωτογράφισα τον Αγώνα.

Εμένα, σε όλη μου τη δουλειά, κεντρικός άξονας της θεματολογίας μου είναι ο άνθρωπος και οι αντιδράσεις του στη ζωή• ο αγώνας του για επιβίωση, και περισσότερο οι άνθρωποι του πόνου, γιατί έχουμε σχηματίσει κακή ιδέα για τον πόνο. Ο πόνος είναι σύμμαχός μας, είναι ο φίλος μας, μας ειδοποιεί πως αν το χέρι μας πονάει, κάτι συμβαίνει εκεί πέρα, και πρέπει να το δούμε. Έπειτα και στην ίδια τη ζωή, ο άξονας της ζωής κινείται μεταξύ πόνου και ανίας. Ή θα πονάς ή θα ανιάς στη ζωή. Επειδή ακριβώς σ’ αυτή την ψυχολογία των ανθρώπων ήθελα πάντοτε να μπαίνω, στο πετσί τους δηλαδή, και να βγάζω κάτι εσωτερικό δικό τους, το ίδιο θέλησα να κάνω κι εδώ, στο Όρος. Ότι θέλω να φωτογραφίσω, γίνεται στη φαντασία μου πρώτα και μετά το παίρνω• δεν παίρνω στην τύχη φωτογραφίες, τακ, τακ, τακ, ετούτο, το άλλο. Παίρνω ορισμένες λειτουργικές ενότητες που με εντυπωσιάζουν, αλλά που έχουν και κάποιο βαθύτερο νόημα. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να πω, ξέρεις, θα κάνω αυτό και αυτό και γι αυτόν το λόγο. Εφόσον βρεθώ στο χώρο όπου το θέμα με συγκινεί, τότε σχηματίζω εικόνες στο μυαλό. Και αυτές τις εικόνες καραδοκώ τη στιγμή και τη θέση που θα τις πάρω. Αγαπάω τον κόσμο και τον κόσμο φωτογραφίζω. Μου έκανε μια κριτική μια εφημεριδούλα στην Έδεσσα, και αναφέρομαι σ’ αυτήν όχι γιατί με κολακεύει, αλλά είναι μια αλήθεια. Λέει σ’ ένα σημείο: «Στο ναό του Κώστα Μπαλάφα να βγάζεις τα παπούτσια σου, γιατί ο φιγούρες του είναι εξαγνισμένες από το μόχθο και τη στέρηση»• και είναι πράγματι έτσι. Όλοι με κατηγόρησαν στην αρχή ότι φωτογραφίζω την αθλιότητα και τη μιζέρια. Δεν έδειχνα σε κανέναν τις φωτογραφίες μου. Πήρα το δικό μου δρόμο, αυτός είμαι. Και νομίζω πως δεν έκανα άσχημα. Το να βγάλεις λίγα χρυσάνθεμα, ακόμα και μια βαρκούλα που κουνιέται, δεν λέει και σπουδαία πράγματα. Εδώ είναι ένας λαός τρανταχτός, που πέρασε δια πυρός και σιδήρου• από το γιαταγάνι του Γιουσούφ αράπη και από το σκοινί του πατρο-Κοσμά. Αυτόν το λαό φωτογραφίζω.*2


Τα Μετέωρα με τη ματιά του Κώστα Μπαλάφα


Υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της φωτογραφικής τέχνης φέρνοντας τον
Άνθρωπο πρωταγωνιστή,σε οτιδήποτε αποτυπώνει ο φακός.



Στόν πόλεμο , στην αντίσταση, στο αντάρτικο,φτιάχνει κάδρα
που εκφράζουν πολυδιαστατα τη στιγμή.

''Στην καθημερινότητα σε διαπερνούν τα βλέμματα της αθωότητας των ορεσίβιων,
το περιποιημένο ντύσιμο για το πανηγύρι, η περηφάνια του τσέλιγκα'' Λ.Τ


Από την αντίπερα όχθη προβάλουν γυναικείες μορφές ,αδρές γραμμές τοπίων,
ένας καλογερος στην κορυφή των Μετεώρων.



Όταν ρωτήθηκε κάποτε σε μια συνέντευξη αν πιστεύει ότι έχασε μια καλή
φωτογραφία απάντησε: ''Ήρθε να δουλέψει στη Γλυφάδα ένας ξερακιανός
λογιστής τραπέζης που τον είχαν απολύσει. Το βράδυ έπαιρνε ότι περίσσευε
από το φαγητό, για να το πάει στην οικογενεια του.Βγήκε μια μέρα με χιόνι
για να φέρει ένα βαρέλι με πετρέ.λαιο Φορούσε καμπαρντίνα και προσπαθούσε
μέσα στο κρύο να το μεταφέρει από μια ανηφόρα. Αυτό το βαρέλι καθώς
κυλούσε έμοιαζεμε την ίδια τη ζωή που, ή θα τον έπαιρνε από κάτω ή θα τα
έβγαζε πέρα.


Πριν λίγα χρόνια ο Μπαλάφαςδώρισε στο Μουσείο Μπενάκη 15.000
ασπρόμαυρα αρνητικά και 60 κινηματογραφικές ταινίες μικρού μήκους,
καθιστώντας τούτο τον θησαυρό κτήμα των επόμενων γενεών.


Ήπειρός. Ξεφυλλίζω το Λεύκωμα . Άλλο ένα ταξίδι.
Ένας θησαυρός.


Αφιερωμένο στα παιδιά, στα παιδιά όλου του κόσμου
σ'αυτά που ανήκει το μέλλον ....


*1 Ημερήσια εφημερίδα των Τρικάλων

*2 Απόσπασμα από το λεύκωμα Κώστας Μπαλάφας. Φωτογραφικό οδοιπορικό στο Άγιον Όρος 1969-2001, εκδ. Αγιορείτικη Φωτοθήκη – Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη, Άγιον Όρος - Αθήνα 2006.

υ.γ Ευχαριστώ τον φίλο δημοσιογράφο Λάζαρο  Τσουμένη και για την αφορμή
και για ότι δανείσθηκα, σ'αυτή τη μικρή αναφορά σε ΄Εναν μεγάλο Φωτογράφο
της Ιστορίας μας.




Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Ας μιλήσουμε απλά

Ότι συμβαίνει στη χώρα μας σήμερα , δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Είναι αποτέλεσμα συνειδητών και ασυνείδητων επιλογών λαού και εξουσίας. Κάθε ένας από μας έχει ότι πάλεψε, κάθε πόλη έχει τον δήμαρχο που της ταιριάζει και κάθε χώρα την εξουσία που της αξίζει. Είδωλο στον καθρέφτη η εξουσία και οι νόμοι της πολιτείας.
Αιτία ελομένου θεός αναίτιος.(ο θεός δεν έχει ευθύνη για τις πράξεις αυτών που έχουν ελευθερία επιλογής) έλεγε ο Πλάτων. Αυτές ήταν οι επιλογές μας, εδώ φτάσαμε.
Τώρα τι κάνουμε;
Αν δεν κάνουμε, το μόνο βέβαιο είναι ότι θα ¨αυτοκτονήσουμε¨ μαζικά. Τέτοια χάρη δεν αξίζει να την κάνουμε για κανένα, μα για κανένα υλικό λόγο και για κανένα πούστη.
Φταίει η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, δηλαδή της εικονικής πραγματικότητας που βιώνει ο σύγχρονος κόσμος. Φυσάει στην Αμερική και γκρεμίζεται η καλύβα στο χωριό μου. Ξύνει τα τέτοια του  ο Ομπάμα να ανοίξει πυρ εναντίον των ¨τρομοκρατών¨ και χορεύει το ταψί της δορυφορικής. Δουλεύουν πυρετωδώς τα εργοστάσια παραγωγής όπλων ανά την οικουμένη και σκάει παλιά ξεχασμένη χειροβομβίδα στο σοκάκι της γειτονιάς μου. Πέφτουν οι οικονομικοί κολοσσοί της διάρροιας και σπάει το μπαλόνι του πιτσιρικά που παίζει στο πάρκο. Δεν  πήδησε καλά ο σεΐχης τη νύχτα και το πρωί ακριβαίνει το πετρέλαιο. Μαχαιρώνονται δυό νταβαντζήδες στα πορνεία του Άμστερνταμ και  ματώνει  η Οδός Φυλής στην Αθήνα.
Πιάνουν ένα φορτίο με χασίσι ανοιχτά των Αζορών και φουρτουνιάζει  ξαφνικά  ο Μύλος, η πιο ήρεμη τυρκουάζ παραλία της Λευκάδας.
Κι εμείς συνεχίζουμε να πίνουμε coca cola κι ας μας τρυπάει τα στομάχια. Και να καπνίζουμε Marlboro και ας πέθαναν οι καουμπόηδες, και μεις συνεχίζουμε να βάζουμε πλάτες στις πολυεθνικές κι ας μην είμαστε ο Ηρακλής. Έτσι και πέσει καμία στο κεφάλι μας θα αναγκασθούμε να γυρίσουμε στο μπακάλη της γειτονιάς και πάει τ’ όνειρο. Για φαντάσου να πέσει όλο αυτό το καταναλωτικό όνειρο, να ερημώσουν  οι ναοί της ευδαιμονίας, οι δρόμοι από γυαλιστερά αυτοκίνητα, τα τραπεζάκια των καφέ χωρίς τα αξεσουάρ  των κινητών, και τη γιαγιά μου που άναβε την γκαζιέρα να χαμογελά σαν  εφιάλτης στον ύπνο μου..
Η γιαγιά μου σας το διαβεβαιώνω ήταν μια ευτυχισμένη γυναίκα, ίσως γιατί δεν ήξερε γράμματα και δεν διάβαζε εφημερίδα, ίσως γιατί δεν υπήρχε τηλεόραση και έκανε από νωρίς έρωτα με τον παππού μου, ίσως επειδή είχε μεγάλο κήπο με όλα τα καλά της φύσης, ίσως γιατί δεν πήγε ποτέ στις βελούδινες ηλεκτροφόρες πολυθρόνες των τραπεζών, ίσως επειδή δεν υπήρχε τότε χρηματιστήριο, ίσως επειδή είχε αρχίδια, όπως ο παππούς. Η γιαγιά μου έζησε μέσα στα χρόνια του πολέμου, είδε τον εμφύλιο κατάματα, την φοβέρισαν στη χούντα και πρόσεχε όταν έβγαινε στη λαϊκή με το καροτσάκι τους χαφιέδες, ήταν λυγερόκορμη, με ψηλά το κεφάλι ως τα βαθειά γεράματα, ίσως επειδή δεν  έβλεπε τόλμη και γοητεία  την ώρα που μαγείρευε τις νόστιμες συνταγές της.
Πάντα με παρασύρουν οι θύμησες, ξαναγυρίζω στο τώρα, το δικό μας τώρα, όχι της Ελβετίας, τα ελβετικά ρολόγια και οι διαφημίσεις του Κλούνει μ’ αφήνουν παγερά αδιάφορο, ντεμοντέ, ουδέν πρόβλημα.
"Είσαι πάντα ελεύθερος να αλλάξεις γνώμη και να διαλέξεις ένα διαφορετικό μέλλον. Ή ένα διαφορετικό παρελθόν", έλεγε  ο Ρίτσαρντ Μπαχ και ο γλάρος του πέταξε ψηλά.
Το παρελθόν δεν μπορούμε να το διαλέξουμε πια, μπορούμε όμως να διαλέξουμε το μέλλον.
Το μέλλον  όχι το δικό μας, αυτό το χαρίσαμε στην χαρμολύπη των αδέσποτων θηρίων, στην ματαιότητα των ελπίδων. Το μέλλον των νεογέννητων. Εκτός αν κάνουμε λαϊκή στείρωση, γιατί εκεί το πάει η παρέα των τσοπαναραίων μας, Θέλει  λέει να σώσει τα λιβάδια, να σώσει τα μαντριά και θυσιάζει τα πρόβατα. Ωραίο τοπίο αυνανίζονται, χωρίς ζώο να τους χαλάει τον μακάριο ύπνο τους.
Εμείς τα ζώα, εμείς που σας δίνουμε το γάλα άσπρο άσπρο-τυχαία έχει τέτοια μαγουλάκια ο Βενιζελοβοσκός-αποφασίσαμε από αύριο να κάνουμε μαύρο γάλα.
Όσο μας ταΐζετε σκοτάδι, θα σας ταΐζουμε χολή.
Όσο μας σημαδεύετε με αριθμούς, θα σας σημαδεύουμε με χαμόγελα.
Ακόμα και στη θλίψη μας φροντίζουμε την περηφάνια μας .(Ουίλιαμ Σαίξπηρ)
Αλλάζουμε ρότα, να το ξέρετε……
Θέλουμε εδώ και τώρα συμμετοχή στις αποφάσεις, μια ζωή αποφασίζατε κεκλεισμένων των θυρών, το λιβάδι γέμισε θανατηφόρα μανιτάρια…..
Κανένα αυτοκίνητο πια, κανένα ραδιενεργό κινητό στο κεφάλι μας, κανένα απόβλητο πολυεθνικής στον Ουρανό μας. Μολύνατε τα πάντα γύρω μας , ακόμα και τον αέρα που αναπνέουμε.
Όχι άλλα αστεία. Όταν καταλάβετε ότι δεν είμαστε πρόβατα, όταν καταλάβετε ότι δεν είμαστε αριθμοί, θα είναι αργά .Θυμάστε την καμένη γη που ανταλλάσσατε κάθε φορά με πράσινους ήλιους και με γαλάζιες σημαίες …Τότε που νομίζαμε κι εμείς ότι είστε σοσιαλιστές, ως τώρα που γίνατε δικτάτορες.  Εσείς ξέρετε καλά από μετάλλαξη των λέξεων, την απόλυση πως τη λένε τώρα; Εφεδρεία !!!
Σας χρειάζεται λοιπόν μια εφεδρεία, ίσα ίσα να σας αλλάξουμε, δεν βλέπετε πόσο σκατωθήκατε; Δεν πάει άλλο!

υγ . Μη ξεχνάς τα τραγούδια, είναι βότανα....




μουσική: Γιάννης Χαρούλης
στίχοι: Γιώργος Γαρεφαλάκης

Τώρα τελευταία έχεις γευτεί πάρα πολλές
συμπράξεις ανατολίτικες, προσμίξεις ατμοσφαιρικές
είναι χιλιάδες συνδυαστικές επιλογές
ευχάριστα σε ξάφνιασε όμως ραπ και αμανές
ανατολικές καταβολές, αφυπνίσεις γονιδιακές
σου ξυπνάνε μνήμες κυτταρικές
από κρεπάλες βυζαντινές
και όλα αυτά σε χρόνο ρεκόρ τρία λεπτά
ταξιδεύεις νοητικά με εισιτήρια μουσικά
σε κλίματα τροπικά,
το κορμί σου βαφτίζεις σε νερά ζεστά
σε παν καϊκια κρητικά,
σου σπάνε τη μύτη μπαχαρικά...

Μακάρι να ταιριάζαν και οι άνθρωποι, μακάρι
όπως ταιριάζει το θυμάρι, το κάρυ το μπαχάρι
δεν πίστευες στ' αυτιά σου,
μα είν αλήθεια που να πάρει,
ακούς σ'ένα κομμάτι βέδες
ουπανισάδες και ντάρι ντάρι
οι fusion καταστάσεις δεν είναι πλέον πρωτότυπο
το θέμα είναι να μην αναπαράγεις το στερεότυπο
να είσαι πρότυπο,
είναι πρόκληση που δε σκουριάζει
δες τι ωραία το λαούτο σαν σάζι σου μοιάζει
το κλαρίνο στενάζει Ασία κι Αμερική
ένα τσιγάρο δρόμος Δύση κι Ανατολή

Μακάρι να ταιριάζαν και οι άνθρωποι, μακάρι
είναι οι δρόμοι μακρινοί, τα εμπόδια πολλά
τι κι αν η τύχη γύρισε παράξενα το ζάρι
ολόιδια ας μη γίνουνε τα διαφορετικά.

Στις αντιθέσεις είναι η γοητεία, σε κάθε είδους οντότητα
δες πόσο βαρετή θα ήταν χωρίς διαφορετικότητα
η πραγματικότητα,
ολόκληρη η ανθρωπότητα ένα μυστήριο χαρμάνι,
πάντα μυστήριες ταχύτητες ο δερβίσης θα πιάνει
μυστήρια στον πεντοζάλη θα χτυπά το στιβάνι
κι ένα ζεστό ρεύμα ανάτασης, από το σβέρκο θα σε πιάνει
είναι συναίσθημα βαρύτητας και συνάμα λυτρωτικό
να εκτιμώ και να μη φοβάμαι... κάθε τι διαφορετικό...

Ουτοπιστής




Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Μια άλλη ελπίδα

Λόγια  που λέγονται μέσα μας ακόμα και όταν μένουμε
αμίλητοι

Αλίμονο, η βαρύτερη τιμωρία είναι να μην μπορείς να
βρεις τα λόγια για όσα πράγματα θα ήθελες να
πεις.

Τίτος Πατρίκιος, Έχουν την ώρα τους τα λόγια
Η νέα χάραξη, Κέδρος 2007

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Δυό ποιήματα του Νίκου Καρούζου

Διάλογος πρῶτος

Σὰ νὰ μὴν ὑπήρξαμε ποτὲ
κι ὅμως πονέσαμε ἀπ᾿ τὰ βάθη.
Οὔτε ποὺ μᾶς δόθηκε μία ἐξήγηση
γιὰ τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τουλάχιστον.
Ἡ ἄλλη μισή μας ἡλικία θὰ περάσει
χαρτοπαίζοντας μὲ τὸ θάνατο στὰ ψέματα.
Καὶ λέγαμε πὼς δὲν ἔχει καιρὸ ἡ ἀγάπη
νὰ φανερωθεῖ ὁλόκληρη.
Μία μουσικὴ
ἄξια τῶν συγκινήσεών μας
δὲν ἀκούσαμε.
Βρεθήκαμε σ᾿ ἕνα διάλειμμα τοῦ κόσμου
ὁ σώζων ἑαυτὸν σωθήτω.
Θὰ σωθοῦμε ἀπὸ μία γλυκύτητα
στεφανωμένη μὲ ἀγκάθια.
Χαίρετε ἄνθη σιωπηλὰ
μὲ τῶν καλύκων τὴν περισυλλογὴ
ὁ τρόμος ἐκλεπτύνεται στὴν καρδιά σας.
Ἐνδότερα ὁ Κύριος λειτουργεῖ
ἐνδότερα ὑπάρχουμε μαζί σας.
Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη
καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.
Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μία μέρα…
Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου
θὰ ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.


Ἡ ἔναστρη φωτεινότητα


Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἰσόρμησε πιὰ στὴν ἀπώτερη θλίψη
μὲ δίχως ἔστω ἕνα τριαντάφυλλο
μ᾿ ἐκεῖνα τ᾿ ἀκατέργαστα στὴν ὤχρα μεινεσμένα μάτια
στὸ μισοσκέπαστο ἐρημόκκλησο σέρνοντας
τὴ μεγάλη ἀνάπηρη σιωπὴ στὸ καροτσάκι τῆς ὁμιλίας
ἀνέκαθεν ἤξερε τὴν ἄσωστη κατάσταση-: πὼς εἴμαστε
καθημαγμένοι ἐρασιτέχνες τοῦ Πραγματικοῦ
μ᾿ ἕνα μυστήριο ποὺ βεβηλώνει τὴ διάνοια διχάζοντας
πρὶν ἡ δορὰ τῆς θάλασσας σηκώσει τὸ ἀνάστημα τοῦ Ἅδη.
Πολύκρουνη ἡ θύελλα σπάζει τὰ ματογυάλια της κι ὁ μέγας
τρόμος ἀδράχνει τὰ μελλούμενα
σχηματίζοντας ἀποστήματα στὴ μνήμη.
Κατάχαμα τῆς ἀσίγαστης σιγῇς ἕνα κινούμενο
κειμήλιο-σκουλῆκι.
Ἡ ζωὴ ποὺ μικραίνει: ἡ μεγάλη ἀλήθεια.
Στὸν ὁποὺ πιάνει τὸ τσαπὶ γίνεται τσάπισμα
στὸν ὁποὺ πίνει τὸ νερὸ γίνεται πιόμα.
Ἔρχεται ἔαρ ἀειπάρθενο προφέροντας ἀρώματα
κρατεῖ μία κατάμαυρη λεπτότατη κλωστὴ
στὰ ὕπαιθρα τῆς νύχτας
τὸ σημεῖο τοῦ γκιώνη ποὺ εἶν᾿ ἄγνωστο πέρα...

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Οι νεκροί προηγούνται

 Μιά αφήγηση του ποιητή Μανόλη Πρατικάκη

 "Θα περιγράψω ένα περιστατικό σχετικά με δημοσίευση ποιημάτων του Λειβαδίτη σε περιοδικό, γιατί νομίζω ότι έχει ένα γενικότερο ενδιαφέρον, καθώς εμπλέκονται σ’ αυτό και άλλοι σημαντικοί ποιητές. Το 1988 ήταν τα δεκάχρονα του περιοδικού «Το Δέντρο» και στο πανηγυρικό τεύχος ο Μαυρουδής και ο Γουδέλης θέλησαν να τιμήσουν τον Λειβαδίτη, με πρωτοσέλιδα ανέκδοτα ποιήματά του.
 
Τάσος Λειβαδίτης
Ο Μαυρουδής γνώριζε την φιλία μου με τον Λειβαδίτη και με παρακάλεσε να μεσολαβήσω για τη συγκατάθεσή του και να έρθουν τα πρωτότυπα κείμενα στα χέρια τους. Πράγματι τηλεφώνησα στον Λειβαδίτη, του εξήγησα την πρόθεση του περιοδικού και εκείνος συμφώνησε. Συναντηθήκαμε στο σπίτι του και μου έδωσε τα ποιήματα, τα οποία και έδωσα στο «Δέντρο». Το περιοδικό όμως είχε ζητήσει συνεργασία, για το ίδιο, πανηγυρικό τεύχος και από τους Ρίτσο, Καρούζο, Βρεττάκο, κ.λ.π. Προσωπικά αγνοούσα τα ονόματα των άλλων συνεργατών πλην του Λειβαδίτη. Δέκα μέρες, περίπου, αργότερα με παίρνει τηλέφωνο ο Λειβαδίτης. Άρχισε διστακτικά να μου λέει ότι δεν ήταν απαραίτητο να μπουν «πρώτα» τα ποιήματά του, και κάτι τέτοια. Του απάντησα ότι η επιλογή ήταν πηγαία, ότι «ήταν μια επιλογή εκτίμησης και αγάπης σ’ εσένα και το έργο σου» κ.λ.π. «Καλά παιδί μου», απάντησε, όπως συνήθιζε με τους φίλους του. Την επόμενη άλλο τηλεφώνημα, γύρω από το ίδιο θέμα με αυξανόμενη αγωνία. Παρά τις εξηγήσεις μου, που προς το παρόν τον έπειθαν, επανερχόταν εναγωνίως. Όταν τον ρώτησα αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος, απάντησε αρνητικά. Όμως όπως έμαθα αργότερα, υπήρχε. Στο μεταξύ ο Νίκος Καρούζος, αυτός ο σπουδαίος ποιητής, φίλος επίσης, και με πιο συχνές συναντήσεις, είχε μάθει τη μεσολάβησή μου για τα ποιήματα του Λειβαδίτη στο «Δέντρο». Με παίρνει, λοιπόν, έξαλλος, σ’ ένα μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα, βρίζοντας τους υπεύθυνους του περιοδικού και αφήνοντας αρκετές αιχμές για τη δική μου μεσολάβηση. «Τον Φίλο σου τον Λειβαδίτη», όπως έλεγε συχνά με κάποια ζηλόφθονη σκοπιμότητα. Πάνω από μισή ώρα φώναζε με ένα βάναυσο επίμονο, δαιμονικό αλλά συγκρατημένο λόγο: «κανείς ζωντανός δεν μπορεί να προηγηθεί από μένα, να το πεις στους φίλους σου, στον άθλιο Μαυρουδή και τον τρισάθλιο Γουδέλη, ας μην τολμήσουν…σαράντα χρόνια τώρα μου χρωστάει η Ελλάδα…κανένας ζωντανός», επαναλάμβανε για πολλοστή φορά ως συνήθιζε, «μόνο οι νεκροί μπορούν να προηγηθούν, μόνο οι νεκροί», κ.ο.κ. Προσπάθησα μάταια να τον καθησυχάσω. Επαναλάμβανε σαν από μαγνητόφωνο τις ίδιες ακριβώς φράσεις, σα μια οργισμένη μηχανή που ήξερε να χρησιμοποιεί μόνο αυτές τις λέξεις, με αυτήν την αλληλουχία, με την ίδια αδιάλειπτη οξύτητα και οργή. Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επομένη. «Αλλά οι άθλιοι ας μην τολμήσουν» ήταν η επωδός. Όταν έκλεισε ήρθε μπροστά μου η ήρεμη, καλοσυνάτη μορφή του Λειβαδίτη, ο διακριτικός, γεμάτος δισταγμούς λόγος του, που «απαιτούσε» ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που απαιτούσε ο μαινόμενος Καρούζος. Τι διαφορά! Έβλεπα μπροστά μου δυο ειδών παραλογισμούς, που μόνο από καλλιτέχνες μπορούσαν να εκφραστούν. Όταν αργότερα βρέθηκα στο σπίτι του Λειβαδίτη, σε μια στιγμή που εκείνος έλειπε, η γυναίκα του η Μαρία, πολύ εμπιστευτικά μου αποκάλυψε ότι ο Τάσος δεν θέλει να είναι πρωτοσέλιδο «γιατί θα στεναχωρηθεί και θα θυμώσει ο Γιαννάκης», δηλ. ο Ρίτσος, μου είπε χαμηλόφωνα. Και πρόσθεσε, σχεδόν φοβισμένη: «Έχει κάνει και τρεις μήνες να του πει καλημέρα, σε κάποιες ανάλογες περιπτώσεις. Πρέπει όλα να περνούν από την έγκρισή του. Ο Τάσος τον σέβεται, τον θεωρεί δάσκαλό του, αν κι εκείνος δεν παύει ποτέ να μας το υπενθυμίζει, αλλά και τον φοβάται. Συχνά για τέτοια, τον κρατά σε καραντίνα, πράγμα που ο γλυκός μου ο Τάσος, δεν μπορεί να αντέξει. Εσύ ξέρεις πόσο καλός και πόσο εύθραυστος είναι. Ο Ρίτσος έμαθε για το πρωτοσέλιδο του «Δέντρου» και ήδη μας έκανε αρκετούς υπαινιγμούς, ξέρει εκείνος τον τρόπο», πρόσθεσε. Ήταν η Τρίτη κατά σειρά έκπληξή μου.
 
Νίκος Καρούζος
Όταν την επομένη μου τηλεφώνησε ο Λειβαδίτης, για το γνωστό θέμα, του είπα, σχεδόν, οργισμένος. «Ε, ως εδώ, Τάσο. Τα ποιήματά σου θα μπουν πρωτοσέλιδο. Οι τιμές και τα πρωτοσέλιδα του Ρίτσου δεν μετριούνται. Δεν έχεις δικαίωμα να αποποιηθείς μια τιμή που σου κάνει ένα περιοδικό. Μη με ξαναπάρεις γι’ αυτό το θέμα, τέρμα και τελεία. Ο Ρίτσος έχει μπουχτίσει, αλλά παραμένει άπληστος. Ως εδώ». Φαίνεται ότι η οργή μου τον ανακούφισε. Καταλάβαινε επίσης πως είχα αντιληφθεί την πηγή της αγωνίας του. Και ότι με είχε εξοργίσει η αιτία αυτής της αγωνίας, αυτή η καταπιεστική μηχανή, η ρετουσαρισμένη με τόσο τέλεια και ατελείωτη απρέπεια, στο όνομα της φιλίας και της ιδεολογικής ανιδιοτελούς συντροφικότητας – τι κούφιες λέξεις!

Γιάννης Ρίτσος
Σ’ αυτό το περιστατικό η μοίρα θέλησε να παίξει ένα μακάβριο παιχνίδι. Πριν κυκλοφορήσει το τεύχος του «Δέντρου» με τη συνεργασία αυτών των κορυφαίων ποιητών, ο Λειβαδίτης εισάγεται στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, και μετά από δύο εξάωρα χειρουργεία για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, στα οποία, με παράκληση του ποιητή, ήμουν παρών, πεθαίνει. Ένας τεράστιος, απρόβλεπτος θρόμβος (μοναδικός στα χρονικά της Αγγειοχειρουργικής κλινικής), έφραξε το μόσχευμα και παρά τις απέλπιδες προσπάθειες, κατέληξε. Φαντάζομαι ότι ο Καρούζος θα έμεινε άναυδος. Τώρα πια θα μπορούσαν άνετα να τεθούν σε εφαρμογή οι αφορισμοί του. «Οι νεκροί προηγούνται». Τον είχε προλάβει η πραγματικότητα. Και φυσικά, ούτε ο Ρίτσος θα τολμούσε να απαιτήσει υπακοή από τον νεκρό «μαθητή» και σύντροφο στους αγώνες και την τέχνη. Όταν αργότερα συνάντησα τον Καρούζο στο γνωστό στέκι της πλατείας Μαβίλη, μου επανέλαβε μ’ εκείνη τη βραχνή μεταλλική φωνή του «οι νεκροί όντως προηγούνται…είδες φίλε μου τι παιχνίδι μας έπαιξε η τύχη;». Μόνο που τώρα η φωνή του είχε ένα ράγισμα, ένα θάμπωμα. Εκείνη την στιγμή κατάλαβα ότι αισθάνθηκε τον παραλογισμό του και ότι είχε ίσως την υποψία ότι με την άγρια εμμονή του οδήγησε (σε επίπεδο μεταφυσικής) τα πράγματα, έτσι, που να προηγηθεί ο Λειβαδίτης, αλλά όχι βέβαια ζωντανός.

Στο σπίτι του νεκρού πια Λειβαδίτη είχαμε μαζευτεί πολλοί. Ήταν εκεί και ο Ρίτσος. Έκλαιγε σπαρακτικά, με λυγμούς, απογυμνωμένος. Γέρος όσο ποτέ. Χωρίς κανένα φτιασίδι. Δίχως να σκέφτεται πως θα τον δει χωρίς τις προσωπίδες του ο κόσμος. Αφάνταστα γέρος, εύθραυστος και πελιδνός, αυτός με τις παλιές συντεταγμένες σοσιαλιστικές του βεβαιότητες με το αγέρωχο επιτηδευμένο ύφος που μας δήλωνε πόσο μακριά στεκόταν από ευτέλειες και ματαιοδοξίες. Ήταν καθισμένος εκεί, ένα θλιβερό ανθρώπινο κουρέλι με πραγματικούς λυγμούς και αληθινά δάκρυα. Πρώτη φορά τον έβλεπα αυθεντικό και γνήσιο. Ήταν η κατάρρευση ενός μύθου. Εκμηδενισμένος, ξένος προς το ποιητικό του σώμα. Έκλαιγε για όλους και για όλα που είχαν καταρρεύσει και προ πάντων για τον ίδιο. (Βρισκόμαστε στο 1989 που μόλις είχε καταρρεύσει η Σοβιετική ΄Ενωση, ο Τσαουσέσκου, κ.λ.π.). Έκλαιγε μπροστά στο θάνατο ενός αληθινά Αγγελικού ποιητή.
Που δεν ήξερε τι θα πει μικρότητα."

Αθήνα, Μανόλης Πρατικάκης
ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, Τεύχος 140, Απρίλιος- Ιούνιος 2008.